Τι αναφέρει ο Δημήτρης Μανιάτης και τι έχει καταγραφεί για το περιστατικό
Μια από τις πιο γνωστές και πολυσυζητημένες ιστορίες γύρω από τη ζωή της Σωτηρίας Μπέλλου έρχεται ξανά στο προσκήνιο, αυτή τη φορά μέσα από μια δημόσια παρέμβαση που θέτει ευθέως ζήτημα τεκμηρίωσης.
Πρόκειται για την αφήγηση σύμφωνα με την οποία η σπουδαία ερμηνεύτρια φέρεται να είχε δεχθεί επίθεση από Χίτες, σε περιστατικό που έχει συνδεθεί με τους λεγόμενους «Κατελάνους», ενώ στη συνέχεια φέρεται να ήρθε σε ρήξη με τον Βασίλη Τσιτσάνη, θεωρώντας ότι δεν την υποστήριξε.
Η ιστορία έχει αναπαραχθεί επί χρόνια και περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στη βιογραφία της Σωτηρίας Μπέλλου που έχει γράψει η Σοφία Αδαμίδου. Ωστόσο, ο δημοσιογράφος και ερευνητής Δημήτρης Μανιάτης, με πολυετή έρευνα και καταγραφή στον χώρο του ελληνικού τραγουδιού και της νύχτας, εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα συγκεκριμένα γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν τεκμηριωμένα.
Με αφορμή αναπαραγωγές της συγκεκριμένης ιστορίας, ο ίδιος παρενέβη δημόσια, ζητώντας ουσιαστικά να μην αντιμετωπίζονται ως δεδομένα γεγονότα που, όπως υποστηρίζει, παραμένουν επισφαλή.
Η γνωστή ιστορία με τους Χίτες και η ρήξη με τον Τσιτσάνη
Η ιστορία τοποθετείται λίγο πριν από το τέλος του Εμφυλίου, το 1949, σε μια περίοδο ιδιαίτερα σκληρή και διχασμένη για την Ελλάδα. Η Σωτηρία Μπέλλου, ήδη γνωστή τραγουδίστρια της εποχής, εμφανίζεται μαζί με τον Βασίλη Τσιτσάνη στου «Τζίμη του Χοντρού», ένα από τα γνωστά κέντρα της Αθήνας.
Σύμφωνα με την αφήγηση που καταγράφει ο συγγραφέας Δημήτρης Χαλιώτης, ένα βράδυ μια παρέα Χιτών ζήτησε από τη Μπέλλου να τραγουδήσει το «Του αετού ο γιος», ένα βασιλικό τραγούδι που, όπως αναφέρει, ήταν ιδιαίτερα δημοφιλές στους αντικομμουνιστικούς κύκλους της εποχής.
Η Μπέλλου, αρνήθηκε να το τραγουδήσει, παρά τις επίμονες απαιτήσεις της παρέας.
«Θα το πεις, μωρή Βουλγάρα», φέρεται να της φώναξαν, χρησιμοποιώντας έναν από τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνταν τότε για τους κομμουνιστές.
Η Μπέλλου, σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά άρχισε να τραγουδά μόνη της το «Κάποια μάνα αναστενάζει» του Τσιτσάνη, ένα τραγούδι που είχε ήδη απαγορευτεί από τη λογοκρισία της εποχής και, όπως αναφέρει ο Χαλιώτης, τραγουδιόταν από κομμουνιστές στις φυλακές και στα ξερονήσια. Οι υπόλοιποι μουσικοί στο πάλκο, σύμφωνα με την αφήγηση, παρέμειναν σιωπηλοί.

Σωτηρία Μπέλλου και Βασίλης Τσιτσάνης
Όπως περιγράφει ο Δημήτρης Χαλιώτης, τα πράγματα στη συνέχεια πήραν βίαιη τροπή. Η ομάδα των Χιτών, επτά άτομα σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, φέρεται να όρμησε στη Σωτηρία Μπέλλου και να άρχισε να τη χτυπά άγρια. Η τραγουδίστρια, έπεσε στο πάτωμα αιμόφυρτη, ενώ τα ρούχα της είχαν σκιστεί.
Σύμφωνα πάντα με την ίδια περιγραφή, είχαν εμφανιστεί πιστόλια πάνω στο τραπέζι, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο πάλκο να φοβηθούν ότι η κατάσταση θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε νεκρούς.
Η Μπέλλου έφυγε από το κέντρο τραυματισμένη. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την αφήγηση του Χαλιώτη, ο ιδιοκτήτης του κέντρου, Τζίμης ο Χοντρός, φέρεται να είπε στην κομπανία:
«Κοιτάξτε να βρείτε γυναίκα. Μου το είπαν καθαρά πως αν δε φύγει το κομμούνι θα μου το κάψουν το μαγαζί».
Κάπως έτσι, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή των γεγονότων, ολοκληρώθηκε η συνεργασία της Σωτηρίας Μπέλλου με τον Βασίλη Τσιτσάνη στο συγκεκριμένο πάλκο.
Η ρήξη με τον Τσιτσάνη
Η συγκεκριμένη ιστορία έχει συνδεθεί όλα αυτά τα χρόνια και με τη σχέση της Μπέλλου με τον Τσιτσάνη.
Σύμφωνα με την αφήγηση, η Μπέλλου θεώρησε ότι ο Τσιτσάνης δεν στάθηκε στο πλευρό της τη στιγμή της επίθεσης και δεν έκανε όσα περίμενε από εκείνον για να την προστατεύσει. Το περιστατικό φέρεται έτσι να αποτέλεσε την αφορμή για μια σοβαρή ρήξη ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες, οι οποίοι, σύμφωνα με την ίδια εκδοχή, έμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να μιλούν.
Ωστόσο, η ιστορία αυτή δεν έχει μείνει χωρίς αμφισβήτηση. Ο δημοσιογράφος και ερευνητής Δημήτρης Μανιάτης έχει χαρακτηρίσει την αφήγηση για τους Χίτες και τους «Κατελάνους» επισφαλή ως προς την τεκμηρίωσή της, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η μετέπειτα σχέση Μπέλλου και Τσιτσάνη ήταν ιδιαίτερα στενή και επαγγελματικά σημαντική.
Χαρακτηριστικό είναι ότι οι δύο καλλιτέχνες επέστρεψαν μαζί στο ίδιο πάλκο το 1972, στο «Χάραμα», όπου και συνεργάστηκαν για σχεδόν μία δεκαετία.
«Αυτά για τη Σωτηρία Μπέλλου δεν τεκμηριώνονται»
Ο Δημήτρης Μανιάτης εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στη συγκεκριμένη εκδοχή. Σε ανάρτησή του, με αφορμή αναπαραγωγές της ιστορίας, υπογραμμίζει:
«Αυτά για την Σωτηρία Μπέλλου δεν τεκμηριώνονται. Και η ιστορία για τους Κατελάνους είναι όλη επισφαλής. Και για τον Τσιτσάνη».
Μάλιστα, ο ίδιος επισημαίνει ότι η μετέπειτα σχέση των δύο καλλιτεχνών δεν συνάδει εύκολα με την εικόνα μιας οριστικής και βαθιάς ρήξης: «Που μετά το φερόμενο επεισόδιο, συνεργάστηκαν άψογα οι 2 τους και λατρεύτηκαν».
Μύθος ή ιστορία που δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς;
Το ζήτημα δεν είναι να διαγραφεί μια αφήγηση από την ιστορία της Μπέλλου, αλλά να διαχωριστεί αυτό που έχει καταγραφεί ως μαρτυρία ή βιογραφική αφήγηση από εκείνο που μπορεί να επιβεβαιωθεί μέσα από ανεξάρτητες πηγές.
Άλλωστε, η συγκεκριμένη ιστορία δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Έχει καταγραφεί και στη βιογραφία της Σωτηρίας Μπέλλου από τη Σοφία Αδαμίδου και έχει αναπαραχθεί επί χρόνια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε λεπτομέρεια της αφήγησης αποτελεί ιστορικά επιβεβαιωμένο γεγονός.
Ακριβώς αυτή τη διάκριση επιχειρεί να επαναφέρει στη συζήτηση ο Δημήτρης Μανιάτης.
Ο δημοσιογράφος και ερευνητής δεν περιορίζεται στην αμφισβήτηση της συγκεκριμένης ιστορίας. Στην ίδια ανάρτηση αναφέρεται και στη δική του εμπειρία από τη Σωτηρία Μπέλλου, την οποία, όπως γράφει, είχε δει να τραγουδά στον «Δία», μαζί με την ανιψιά της, την Αρετή.

Η ανάρτηση του Δημήτρη Μανιάτη
Θυμάται ακόμη το κέντρο που αργότερα έγινε «Λάδι στη Φωτιά» του Αντώνη Κοκορίκου, ενώ αναφέρει πως δεν πρόλαβε να δει τον Γιάννη Τσαρούχη να χορεύει στη Μπέλλου.
«Δεν τον είδα ποτέ. Δεν πρόλαβα αυτό το άγαλμα του ελληνισμού», γράφει χαρακτηριστικά.
Αντίθετα, θυμάται μια άλλη εικόνα, «τον Καλαποθαράκο να χορεύει σχεδόν ακίνητος μπροστά στη Μπέλλου, η οποία,φορούσε πουλόβερ», σημειώνει.
Για τον ίδιο, όπως προκύπτει από την ανάρτησή του, η καταγραφή της ιστορίας της νύχτας απαιτεί προσοχή, ακριβώς επειδή πρόκειται για έναν χώρο όπου οι πραγματικές ιστορίες συχνά μπλέκονται με αφηγήσεις, μνήμες και μύθους.
«Είναι βαριά η ιστορία της νύχτας αλλά δεν προσθέτουμε κάτι με μύθους», προσθέτει, υπενθυμίζοντας παράλληλα ότι το 2027 συμπληρώνει 30 χρόνια καταγραφής του συγκεκριμένου πεδίου.
Πηγή


