Ο Διονύσης Σαββόπουλος αφηγείται τη ζωή του στην αυτοβιογραφία του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα», από τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη μέχρι τη μουσική και τις σκέψεις του για την Ελλάδα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη
Ο Διονύσης Σαββόπουλος ξεδιπλώνει τις αναμνήσεις και τις προσωπικές του εξομολογήσεις στην αυτοβιογραφία του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα», η οποία κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Από τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη και την πρώτη του επαφή με τη μουσική μέχρι τις σκέψεις του για τις λέξεις, την ελληνική κοινωνία, την εξουσία και τους ανθρώπους που τον σημάδεψαν, ο σπουδαίος τραγουδοποιός ανατρέχει στις στιγμές που διαμόρφωσαν την προσωπικότητα και την καλλιτεχνική του πορεία.
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ο ίδιος μιλά για τη δύναμη της τέχνης, την παιδική αθωότητα, τις αντιφάσεις του ανθρώπου και τις αναμνήσεις που παραμένουν ζωντανές στον χρόνο. Ακούστε τον να μιλάει στο μεγάλο αφιέρωμα του Newsbomb για τον έναν χρόνο από τον θάνατό του
1. Η δύναμη των λέξεων και η δεύτερη ζωή μέσα από την τέχνη
Ο Διονύσης Σαββόπουλος περιγράφει τη βαθιά ευγνωμοσύνη του για την ανθρώπινη ομιλία και τη δυνατότητα των λέξεων να δημιουργούν έναν παράλληλο κόσμο, πολλές φορές πιο αληθινό από την ίδια την καθημερινότητα.
Ο ίδιος γράφει:
Δεν ξέρετε τί ευγνωμοσύνη νιώθω πού μιλάμε οι άνθρωποι, και έχουμε φωνή, και έχουμε λέξεις. Δεν ξέρω πώς έγινε αυτό, κι αν μου πείτε ότι κατέβηκε ένας άγγελος και ψιθύρισε στο αυτί του ανθρώπου τον λόγο, θα σας πίστευα.
Χάρη στις λέξεις εγώ έζησα μια δεύτερη ζωή, μια ζωή παράλληλη, πολλές φορές πιο αληθινή από τούτη εδώ. Πάτε, ας πούμε, σινεμά και βλέπετε μια ωραία ταινία. Το έργο τελειώνει, τα φώτα ανάβουν στην αίθουσα, και αργά αργά οι θεατές, σκεπτικοί, βγαίνουν στο πεζοδρόμιο. Εκεί είναι η στάση του λεωφορείου και απέναντι κάτι μαγαζιά, ο κόσμος πάει κι έρχεται.
Όμως η αληθινή ζωή ήταν μέσα στην οθόνη, κι εσύ δυσκολεύεσαι τώρα έξω, αρπαγμένος ακόμη απ’ το έργο. Ή όταν διαβάζεις ένα ωραίο πολυσέλιδο μυθιστόρημα: τελειώνει, κλείνεις το βιβλίο και στέκεσαι χαμένος, με το βλέμμα στο κενό, ώσπου σιγά σιγά να αρχίσει η μετάβαση σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, που μπορεί κι αυτός να έχει φωνή και λέξεις, δεν έχει όμως το θαύμα τους, δεν έχει την πανάρχαια ποίησή τους. Κάποτε, ούτε τον άγγελο.
2. Η παιδική αθωότητα και οι αναμνήσεις που επιστρέφουν
Κάνοντας έναν απολογισμό της ζωής του, ο Σαββόπουλος αναγνωρίζει τα λάθη και τις αντιφάσεις του, χωρίς να χάνει την επαφή με τις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, στις οποίες επιστρέφει με συγκίνηση.
Όπως εξομολογείται:
Αρκετά έχω χαθεί στη ζωή μου και αρκετά ψέματα έχω πει. Χάνομαι και ξαναβρίσκομαι, και άλλοτε λέω ψέματα στους άλλους απ’ τη ντροπή μου και άλλοτε για να τους προστατέψω. Και δεν είμαι πια τόσο αθώος όσο τις πρώτες εκείνες παραδεισένιες φορές που ήμουν παιδί και ζούσα ακόμη σ’ εκείνο τον κήπο. Τις φέρνω πάλι στο μυαλό μου, και είναι σαν να βαπτίζομαι ξανά.
3. Η γέννησή του στη Θεσσαλονίκη και τα ιστορικά γεγονότα του 1944
Ο Διονύσης Σαββόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Δεκέμβριο του 1944, σε μια περίοδο βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Στην αυτοβιογραφία του συνδέει την ημερομηνία γέννησής του με τα γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα εκείνες τις ημέρες.
Στις σελίδες του βιβλίου αναφέρει:
Γεννήθηκα στη Σαλονίκη στις 2 Δεκεμβρίου του 1944. Την επομένη, 3 Δεκεμβρίου, άρχισε η αλληλοσφαγή στην Αθήνα. Τα Δεκεμβριανά. Ο Εμφύλιος. Στη Θεσσαλονίκη είχανε μπει ήδη τα στρατεύματα του ΕΛΑΣ με τον στρατηγό Μάρκο Βαφειάδη. Την πολιτική διοίκηση της Θεσσαλονίκης την είχε αναλάβει το ΕΑΜ. Στη γειτονιά μας μάλιστα υπήρχε μονάδα του ΕΛΑΣ με φυλάκιο και σκοπιά. Άλλαζαν 1945.
4. Η συγκίνηση από τον ήχο της Φιλαρμονικής
Μια από τις πιο χαρακτηριστικές αναμνήσεις του αφορά ένα απόγευμα των παιδικών του χρόνων, όταν ο ήχος μιας φιλαρμονικής που περνούσε από τη γειτονιά του τον συγκίνησε βαθιά. Η επιθυμία του να αναπαράγει εκείνον τον ήχο αποτελεί μια από τις πιο παραστατικές αφηγήσεις του βιβλίου.
Ο Σαββόπουλος θυμάται:
Ζούσα σε έναν κόσμο θαυμάτων, που έφτανε μέχρι τη γειτονιά μου, μέχρι το σπίτι με τα ελάφια. Ένα απόγευμα, εκεί που παίζαμε στη γειτονιά, ακούμε μουσικές στη λεωφόρο. Όλα τα παιδιά παρατήσαμε το παιχνίδι και τρέξαμε. Περνούσε η Φιλαρμονική.
Οι άντρες της Φιλαρμονικής παρήλαυναν με τις στολές τους παιανίζοντας. Ο μαέστρος πήγαινε μπροστά, πετώντας στον αέρα τη στολισμένη ράβδο του, και την ξανάπιανε εντός του ρυθμού σαν μάγος. Τα χάλκινα λαμποκοπούσαν στον ήλιο· οι σάλπιγγες, οι τρομπέτες, τα τρομπόνια, τα μεγάλα χάλκινα μπάσα… ο ήχος πλούσιος αντανακλούσε στα παλιά διώροφα της λεωφόρου με τα πεύκα.
Ο ήχος πολλαπλασιαζόταν, και όλα λάμπανε κάτω από τον διάφανο ουρανό. Τα παιδιά σώπασαν, αλλά μόνο ένα βούρκωσε: εγώ.
Η μπάντα έφυγε, τα παιδιά ξαναγύρισαν στο παιχνίδι, αλλά εγώ πήγα σπίτι. Διέσχισα αμίλητος το σαλόνι, πήγα στην κουζίνα, ανέβηκα σε μια καρέκλα, πήρα δυο καπάκια από τους μεγάλους τεντζερέδες της μαμάς, πήγα στην πίσω αυλή και σήκωσα αργά αργά τα χέρια για να κρούσω τα δυο καπάκια. Νόμιζα ότι, αν μιμηθώ τη μεγαλειώδη κίνηση του μουσικού, θα παραχθεί ο ίδιος πλούσιος ήχος. Αντ’ αυτού, ακούστηκε ένα απαίσιο «πλάφ», που στη μουσική ονομάζεται ψόφος. Έμεινα ενεός.
Στο διπλανό σπίτι ανέβαινε τη σκάλα υπηρεσίας ο μεγάλος γιος της γειτόνισσας, με είδε με δυο καπάκια στα χέρια σε ανάταση:
—Τι κάνεις εκεί, Διονυσάκη; ρώτησε.
Και εγώ για πρώτη φορά τραύλισα· είπα:
—Παίζω μου-μου-μου-θική!
Και μου ’μεινε.
Ό,τι έγραψα είναι ένα τραύλισμα νομίζω. Αυτό είναι για μένα η μουσική: το θείο τραγούδι που ένα αδέξιο παιδί το λέει κομπιάζοντας, έχοντας στην καρδιά την ακατόρθωτη μελωδία μιας λαχτάρας για τελειότητα από ένα πλάσμα που δεν την έχει.
5. Η κριτική του στην ελληνική κοινωνία
Ο τραγουδοποιός δεν περιορίζεται στις προσωπικές του αναμνήσεις, αλλά καταθέτει και τις σκέψεις του για τη συλλογική συμπεριφορά των Ελλήνων, ασκώντας κριτική στον φθόνο και στην επιθυμία για εξουσία.
Στο σχετικό απόσπασμα γράφει:
Τον κωλοελληνισμό, που είναι η βαριά κληρονομιά όλων μας, τον κρατούμε λίγο-πολύ υπό έλεγχο. Αλλά όταν ξεσπάει συλλογικά, δεν ξέρεις πού να κρυφτείς. Παύει να έχει σημασία αν είμαστε δεξιοί ή αριστεροί, και γινόμαστε ένας συρφετός από ανθρώπους φθονερούς και λυσσασμένους για εξουσία.
6. Η θεατρικότητα της εξουσίας
Ο Σαββόπουλος παρατηρεί τη δύναμη που έχουν τα σύμβολα και οι τελετουργίες της εξουσίας, από τις επίσημες υποδοχές πολιτικών ηγετών μέχρι τις βασιλικές τελετές. Αναγνωρίζει ότι αυτή η δημόσια σκηνοθεσία μπορεί να δημιουργήσει ένα αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας.
Όπως σημειώνει:
Να εξομολογηθώ κάτι: Σέβομαι πολύ τη θεατρικότητα της εξουσίας: τα αγήματα που παρατάσσονται έξω από το αεροπλάνο απ’ όπου κατεβαίνει ο τάδε ξένος πρωθυπουργός ή πρόεδρος, τα χρυσά άμφια και τα εξαπτέρυγα στην εκκλησία, την υποστολή της σημαίας με την μπάντα, τις χρυσές άμαξες των βασιλιάδων.
Δεν είναι τυχαίο που ο μισός πλανήτης κάθισε και παρακολούθησε την κηδεία μιας βασίλισσας. Της Ελισάβετ της Αγγλίας. Η θεατρικότητα της εξουσίας μεταδίδει ένα αίσθημα ασφάλειας και σταθερότητας… Ώρες ώρες σε «ψήνει».
7. Τα Βαλκάνια, τα μυστήρια και η μουσική
Η σχέση του Σαββόπουλου με την ιστορία και τον πολιτισμό των Βαλκανίων αποτυπώνεται και σε αυτή την αναφορά του στη «Μαύρη Θάλασσα» και στον «Μπάλλο», μέσα από την οποία περιγράφει έναν κόσμο που εξακολουθεί να αναζητά τη σχέση του με το παρελθόν.
Ο ίδιος γράφει:
Η «Μαύρη Θάλασσα» είναι σαν τα Βαλκάνια στον «Μπάλλο»: ένας τόπος που δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς τα μυστήριά του. Ένας θίασος εμφανίζεται πάλι και ανακαλεί μνήμες, ονόματα και σύμβολα, μόνο που δεν ξέρει τι να κάνει μ’ αυτά. Επαναλαμβάνει σαν ρεφρέν: Δεν έχω ήχο, δεν έχω υλικό.
8. Ο δάσκαλος που θυμόταν με αγάπη
Στην αυτοβιογραφία του, ο Σαββόπουλος αναφέρεται και στον φιλόλογό του, Δημήτρη Βαφειάδη, ο οποίος του δίδαξε αρχαία και νέα ελληνικά στο γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης. Η ανάμνησή του συνδέεται με την αγάπη για τα γράμματα και με την αφιέρωση του δίσκου «Αχαρνής», το 1977.
Ο τραγουδοποιός θυμάται:
Έχετε παρατηρήσει ότι όλοι μας λίγο-πολύ θυμόμαστε με αγάπη κάποιον δάσκαλο απ’ τα χρόνια του σχολείου; Και έχετε παρατηρήσει επίσης ότι συνήθως ήταν ο φιλόλογος;
Εμείς στην πέμπτη και την έκτη του εξατάξιου γυμνασίου στη Θεσσαλονίκη είχαμε τον κ. Δημήτρη Βαφειάδη, που μας έκανε αρχαία και νέα ελληνικά. Ήταν γεματούλης, μετρίου αναστήματος, με φαλακρίτσα, βλέμμα ζωηρό και άλλοτε ονειροπόλο. Τον έτρεφε η αγάπη του για τον Πλάτωνα. Είχε γεμίσει τη ζωή του ο Πλάτων. Απορούσα πώς αυτός ο Πλάτων μπορούσε να γεμίσει τη ζωή ενός ανθρώπου.
Το φθινόπωρο του 1977, που κυκλοφόρησαν οι «Αχαρνής», τον θυμήθηκα και του αφιέρωσα τον δίσκο, «επειδή με έκανε καλό στ’ αρχαία», όπως γράφω στο οπισθόφυλλο.
Τα ηχητικά αποσπάσματα προέρχονται από το audiobook του βιβλίου «Γιατί τα χρόνια φεύγουν χύμα», από τις εκδόσεις Πατάκη, τις οποίες και το Newsbomb ευχαριστεί θερμά για την ευγενική παραχώρηση στο πλαίσιο του μεγάλου αφιρερώματος για τον ένα χρόνο από την εκδημία του σπουδαίου τραγουδοποιού
info
- Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα (έντυπο)
- Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα (ebook)
- Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα (audiobook)
Δείτε εδώ ολόκληρο το αφιέρωμα του Newsbomb.gr στον Διονύση Σαββόπουλο
Πηγή


