Οι κυρώσεις αποτελούν δοκιμασμένο και αξιόπιστο εργαλείο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ο κεντρικός ρόλος που διαδραματίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα τους προσδίδει τεράστια ισχύ εξαναγκασμού απέναντι στη συμπεριφορά τόσο φίλων όσο και αντιπάλων. Το μέλλον των αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας ενδέχεται να διαδραματίσει κάποιο ρόλο στις αναζωογονημένες διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία.
Ο τελευταίος γύρος ρωσοαμερικανικών συνομιλιών έφερε στο προσκήνιο τη διάσταση των κυρώσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, σε αυτές συμμετείχε ο Gene Lange, αναπληρωτής υφυπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ. Πρόκειται για σημαντικό παράγοντα, με αρμοδιότητες που δεν περιορίζονται στις χρηματοπιστωτικές κυρώσεις, αλλά περιλαμβάνουν επίσης τις χρηματοπιστωτικές πληροφορίες και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Φυσικά, δεν είναι ο μόνος αξιωματούχος που εποπτεύει το καθεστώς των κυρώσεων στην αμερικανική κυβέρνηση. Ορισμένες από τις σχετικές αρμοδιότητες συγκεντρώνονται στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Τεράστιο ρόλο διαδραματίζει και το υπουργείο Εμπορίου, καθώς σε αυτό υπάγονται οι έλεγχοι εξαγωγών. Ωστόσο, οι χρηματοπιστωτικοί περιορισμοί μπορούν να θεωρηθούν οι σημαντικότεροι από όλους, ενώ το Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC), που υπάγεται στο αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, έχει εδώ και χρόνια εξελιχθεί στο γραφειοκρατικό «σήμα κατατεθέν» των αμερικανικών κυρώσεων.
Είναι, καταρχήν, δυνατόν να χαλαρώσουν ή να αρθούν οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας; Οι σκεπτικιστές διαθέτουν πολλά επιχειρήματα εναντίον μιας τέτοιας προοπτικής. Πρώτα απ’ όλα, το εύρος τους. Οι κυρώσεις καλύπτουν σχεδόν όλους τους βασικούς τομείς —τράπεζες, βιομηχανία, τεχνολογία, ενέργεια και πολλά ακόμη. Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι χώρες φιλικές προς τη Ρωσία υποχρεώνονται να τις λαμβάνουν υπόψη, υπό τον φόβο εξωεδαφικών δευτερογενών κυρώσεων. Ένα ακόμη επιχείρημα είναι η δημιουργία στις Ηνωμένες Πολιτείες ενός «πλέγματος νόμων» για τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας. Πράγματι, έχουν ψηφιστεί αρκετοί σχετικοί νόμοι. Από τον Φεβρουάριο του 2022, για παράδειγμα, οι κανονικές εμπορικές σχέσεις έχουν ανασταλεί διά νόμου, οι εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών πόρων έχουν απαγορευτεί και έχει θεσμοθετηθεί μηχανισμός κατάσχεσης ρωσικών κρατικών περιουσιακών στοιχείων, αν και δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί. Νομοθετικές ρυθμίσεις είχαν ψηφιστεί και πριν από την ειδική στρατιωτική επιχείρηση, μεταξύ άλλων ο διαβόητος κάποτε νόμος του 2017 για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων (CAATSA). Η κατάργηση ομοσπονδιακών νόμων είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Παρά το «πλέγμα νόμων», η αμερικανική κυβέρνηση διαθέτει αρκετές νομικές επιλογές. Από την έναρξη της ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης, οι περισσότερες χρηματοπιστωτικές κυρώσεις κατά Ρώσων ιδιωτών και νομικών προσώπων έχουν επιβληθεί βάσει του Εκτελεστικού Διατάγματος 14024, της 15ης Απριλίου 2021. Σε αντίθεση με ορισμένα παλαιότερα προεδρικά εκτελεστικά διατάγματα —όπως τα 13660, 13661, 13662, 13685 και άλλα—, το συγκεκριμένο δεν έχει ενσωματωθεί σε νόμο. Με άλλα λόγια, ο πρόεδρος διαθέτει πλήρη ελευθερία δράσης για την άρση ή την αναστολή αυτών των κυρώσεων. Το ίδιο ισχύει για τους ελέγχους εξαγωγών και πολλές από τις απαγορεύσεις εισαγωγών. Σημαντικό μέρος τους παραμένει απολύτως στην αρμοδιότητα της κυβέρνησης. Ακόμη και σε ό,τι αφορά τις κυρώσεις που έχουν καταστεί μέρος της νομοθεσίας, ο πρόεδρος των ΗΠΑ διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας. Εφόσον υπάρχει η πολιτική βούληση, μπορεί σχετικά εύκολα να τις αναστείλει ή να τις εφαρμόσει στον απολύτως ελάχιστο βαθμό. Η τροπολογία Jackson–Vanik, που παραμένει καλά γνωστή στη Ρωσία, καταργήθηκε το 2012, τριάντα οκτώ χρόνια μετά την υιοθέτησή της. Στην πράξη, ωστόσο, δεν είχε εφαρμοστεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν οι σχέσεις μεταξύ ΕΣΣΔ και Ηνωμένων Πολιτειών άρχισαν να βελτιώνονται.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η αμερικανική κυβέρνηση θα αξιοποιήσει αυτές τις νομικές επιλογές. Και εδώ, οι σκεπτικιστές έχουν και πάλι ισχυρά επιχειρήματα. Η σύγκρουση στην Ουκρανία είναι υπερβολικά σύνθετη. Δεν διαφαίνεται ακόμη κάποια φόρμουλα για την επίλυσή της. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν ούτε πολιτικοί λόγοι για την αλλαγή του καθεστώτος των κυρώσεων. Ωστόσο, η αμερικανική διπλωματία, εφόσον το επιθυμεί, μπορεί ασφαλώς να προσφέρει στη Μόσχα συγκεκριμένους μηχανισμούς για τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων ή να επιτρέψει επιμέρους χαλαρώσεις ως πολιτικό σήμα. Οι Αμερικανοί χρησιμοποίησαν τέτοια σήματα τη δεκαετία του 1970, κατά τη διαδικασία αποκατάστασης των σχέσεων με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Το ίδιο το γεγονός ότι η ένταση των νέων αμερικανικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας μειώθηκε αισθητά κατά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την Ουάσιγκτον ως ένα τέτοιο σήμα.
Οι κυρώσεις δύσκολα θα αποδειχθούν καθοριστικές στη διπλωματική εξίσωση μιας συμφωνίας για την Ουκρανία. Οι επιχειρήσεις, όμως, θα παρακολουθούν στενά τις γεωπολιτικές εξελίξεις, ενώ οι αγορές θα προσπαθούν να διαβάσουν την κατεύθυνση προς την οποία δείχνουν.


