«Τη δημιουργικότητα την αισθάνεσαι παντού», λέει σε συνέντευξή του στη γερμανική Welt ο Ματίας Αρντ, ο οποίος δραστηριοποιείται διεθνώς στον χώρο της τέχνης. Αυτός, όμως, είναι μόνο ένας από τους λόγους για τους οποίους επιλέγει την Αθήνα ως έδρα του
Στην καρδιά της Κυψέλης, σε ένα σπίτι όπου έζησε ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Αρντ δημιούργησε ένα ιδιωτικό σαλόνι τέχνης, με εκθέσεις και συναντήσεις καλλιτεχνών. Μέσα από τη δική του ματιά, η Αθήνα αναδεικνύεται σε μια πόλη αντιφάσεων αλλά και δυνατοτήτων.
Ο Ματίας Αρντ εδώ και περισσότερες από τρεις δεκαετίες ακολουθεί καλλιτέχνες από ήπειρο σε ήπειρο και έχει διευθύνει γκαλερί από το Βερολίνο μέχρι τη Σιγκαπούρη. Το 2016 ίδρυσε την Arndt Art Agency. Στα 58 του, μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στην Αυστραλία και την Ευρώπη.
Εδώ άνοιξε τώρα ένα ιδιωτικό σαλόνι τέχνης. Μια συζήτηση για τις νέες αρχές και την αίσθηση ότι βρίσκεις τον τόπο σου, για τη νέα δυναμική της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής και για όσα διαθέτει σήμερα η Αθήνα και λείπουν από το Βερολίνο.
WELT: Κύριε Αρντ, πριν από χρόνια αποχωρήσατε από το παραδοσιακό μοντέλο λειτουργίας μιας γκαλερί. Γιατί ανοίγετε τώρα ξανά έναν δικό σας χώρο στην Αθήνα;
Ματίας Αρντ: Έπειτα από σχεδόν 25 χρόνια ως γκαλερίστας, με χώρους στο Βερολίνο, τη Ζυρίχη, τη Σιγκαπούρη και τη Νέα Υόρκη, δεν ήθελα πλέον να επεκτείνομαι. Με την Art Agency δημιούργησα ένα νέο μοντέλο συνεργασίας για καλλιτέχνες και πελάτες, στο οποίο μπορούσα να αξιοποιήσω τη διεθνή οπτική και το δίκτυό μου.
Στην Αυστραλία, η σύζυγός μου κι εγώ χτίσαμε το «Artbarn», έναν ιδιωτικό χώρο τέχνης έξω από τη Μελβούρνη. Πριν από δύο χρόνια βρισκόμουν εκεί νύχτα, πάνω σε μια σκάλα μαζί με τον Γέπε Χάιν, στήνοντας την έκθεσή του. Τότε κατάλαβα τι αναζητούσα: να δημιουργώ κάτι σε έναν ιδιωτικό χώρο και να βλέπω ποιο κοινό συγκεντρώνεται γύρω του.
Είμαι 58 ετών. Δεν είμαι πια υποχρεωμένος να κάνω τίποτε ούτε να αποδείξω κάτι σε κανέναν, αλλά θέλω ακόμη να κάνω πάρα πολλά. Η Αυστραλία είναι η πατρίδα της οικογένειάς μου και το δεύτερο σπίτι μου. Είμαι όμως Ευρωπαίος και η Αθήνα με τραβούσε ξανά και ξανά.
Αρχικά πήραμε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πετράλωνα. Στη Σάμο μετατρέπουμε αυτή την περίοδο ένα ελαιοτριβείο σε χώρο φιλοξενίας και δημιουργίας καλλιτεχνών. Τον σημερινό χώρο στην Αθήνα δεν τον αναζήτησα καν. Εκείνος με βρήκε.
WELT: Τι εννοείτε;
Αρντ: Μια αρχιτέκτονας με πήγε στην Κυψέλη. Μόλις μπήκα στο σπίτι, ένιωσα αμέσως τον νόστο — την επιστροφή στην πατρίδα. Ακόμη και σήμερα ανατριχιάζω. Έτσι πρέπει να ένιωσε ο Οδυσσέας όταν έφτασε στην Ιθάκη.
Έπειτα έμαθα ότι βρισκόμασταν στην οδό Ιθάκης και ότι σε αυτό το σπίτι είχε ζήσει ο νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης. Έστειλα φωτογραφίες στη σύζυγό μου. Μου απάντησε μόνο: «Μπορούμε να το κάνουμε;». Και, φυσικά, εμένα δεν πρέπει να μου λες κάτι τέτοιο.
WELT: Γιατί ειδικά η Αθήνα;
Αρντ: Η πόλη έχει απίστευτα καλή ενέργεια. Με ενδιαφέρουν τα τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια ιστορίας της, η αρχιτεκτονική και η γεωγραφική της θέση. Η Αθήνα είναι ένας πολιτιστικός κόμβος ανάμεσα στην Ευρώπη, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
Σε ορισμένα πράγματα μου θυμίζει και το Βερολίνο των αρχών της δεκαετίας του 1990. Δεν πρόκειται για μια επανάληψη της εποχής εκείνης, αλλά αισθάνομαι ένα παρόμοιο κλίμα νέας αρχής, υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Με ελκύουν οι τόποι όπου κάτι αρχίζει να κινείται.
WELT: Ποια θέση θέλετε να έχει η Αθήνα στη ζωή σας στο εξής;
Αρντ: Όταν βρήκαμε αυτόν τον εντυπωσιακό χώρο, ήταν ξεκάθαρο για εμάς: η Αθήνα θα γίνει η ευρωπαϊκή μας έδρα. Βρίσκεται στην καρδιά της Κυψέλης, μιας γειτονιάς όπου έχει αναπτυχθεί μια ζωντανή καλλιτεχνική σκηνή. Τα περίπου 250 τετραγωνικά μέτρα είναι αρκετά για να συνδυάζουμε κατοικία και εργασία.
WELT: Χαρακτηρίζετε τον νέο χώρο «σαλόνι».
Αρντ: Το σπίτι είχε και παλαιότερα πολιτιστική ζωή: εδώ γίνονταν λογοτεχνικές αναγνώσεις και συναυλίες. Υπάρχει μάλιστα μια μικρή σκηνή. Θέλω να συνεχίσω αυτή την ιστορία.
Θέλουμε να διοργανώνουμε εκθέσεις και συζητήσεις με καλλιτέχνες, να παρουσιάζουμε έργα από το πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών ή τμήματα της δικής μας συλλογής. Σήμερα έχω την πολυτέλεια να αφήνω ανοιχτό το τι μπορεί να προκύψει από όλα αυτά.
WELT: Αναθέσατε την εναρκτήρια έκθεση «Homecoming» στην Ελληνίδα επιμελήτρια Πολίνα Κοσμαδάκη. Γιατί;
Αρντ: Η Πολίνα Κοσμαδάκη, από το Μουσείο Μπενάκη, γνώριζε τα σχέδιά μας. Προσκάλεσε Έλληνες και διεθνείς καλλιτέχνες. Εγώ πρόσθεσα έργα από τη συλλογή μας και από καλλιτέχνες του κύκλου μου.
Ήθελα οπωσδήποτε ο χώρος να αναπτυχθεί μέσα από την ίδια την Αθήνα. Στα εγκαίνια, μια Ελληνίδα συλλέκτρια μου είπε: «Σκέφτηκα ότι τώρα θα έρθει αυτός ο Γερμανός και θα μας επιβάλει τη διεθνή του οπτική. Αντί γι’ αυτό, βλέπω μια Μπιενάλε της Κυψέλης και αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου».
Η έκθεση «Homecoming», με έργα των Γέπε Χάιν, Πολίνας Μήλιου και Ιωάννας Λημνιού.
WELT: Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει προσελκύσει τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτός ο ενθουσιασμός;
Αρντ: Δεν έχω ακόμη γνωρίσει τη σκηνή σε τέτοιο βάθος ώστε να μπορώ να την κρίνω εκ των έσω. Τη δημιουργικότητα, όμως, την αισθάνεσαι παντού: στην τέχνη και το ντιζάιν, στη μόδα, την αρχιτεκτονική και τη γαστρονομία. Υπάρχει μια απίστευτη ικανότητα αυτοσχεδιασμού.
Η Αθήνα δεν έχει ακόμη τη συγκέντρωση καλλιτεχνών που είχε το Βερολίνο τη δεκαετία του 1990. Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι τεράστιο. Σχεδόν κάθε καλλιτέχνης με τον οποίο μιλάω θέλει να έρθει στην Αθήνα ή να κάνει κάτι εδώ. Βρίσκουμε παντού ανοιχτές πόρτες.
WELT: Οι ιδιωτικοί φορείς διαδραματίζουν παραδοσιακά σημαντικό ρόλο στην ελληνική καλλιτεχνική σκηνή. Τι σημαίνει αυτό για την Αθήνα;
Αρντ: Υπάρχει ισχυρός δεσμός με την πόλη και την καλλιτεχνική της σκηνή. Συλλέκτες, ιδρύματα και ανεξάρτητες πρωτοβουλίες δραστηριοποιούνται και αναλαμβάνουν ευθύνη.
Ένα παράδειγμα είναι ο ΝΕΟΝ, ένας ιδιωτικός πολιτιστικός οργανισμός που ιδρύθηκε στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, διοργάνωσε εκθέσεις και στήριξε καλλιτέχνες και πολιτιστικά εγχειρήματα. Έπειτα από 14 χρόνια θεωρεί πλέον ότι έχει εκπληρώσει την αποστολή του.
Παράλληλα, το Ίδρυμα Ωνάση άνοιξε δύο ακόμη χώρους, ενώ τόσο γύρω από την Μπιενάλε της Αθήνας όσο και γύρω από την Art Athina έχουν δημιουργηθεί κύκλοι ιδιωτών υποστηρικτών.
Κάτι αντίστοιχο συνέβαινε στο Βερολίνο τη δεκαετία του 1990, όταν οι περισσότερες εξελίξεις προέκυπταν αρχικά αποκλειστικά από ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Το Βερολίνο έγινε ένα τόσο σημαντικό κέντρο τέχνης παρά τη στάση πολλών θεσμών. Δεν είχαν αντιληφθεί καθόλου τις δυνατότητες που είχαν μπροστά τους.
WELT: Τι διαφοροποιεί την Αθήνα από το Βερολίνο της δεκαετίας του 1990;
Αρντ: Το Βερολίνο διέθετε ήδη τότε ένα εξαιρετικά πυκνό δίκτυο θεσμών. Αυτό εξακολουθεί να λείπει από την Αθήνα.
Το Βερολίνο ως πόλη είναι δυσλειτουργικό, ευτυχώς ο κόσμος της τέχνης αποτελεί εξαίρεση. Η Αθήνα είναι χαοτική. Στο Βερολίνο υπάρχουν οι δομές, κι όμως πολλά πράγματα δεν προχωρούν. Στην Αθήνα οι συνθήκες είναι δυσκολότερες, αλλά ακριβώς γι’ αυτό οι άνθρωποι οργανώνουν μόνοι τους πολλά πράγματα και βρίσκουν τρόπο να τα πραγματοποιήσουν.
WELT: Η ελληνική αγορά τέχνης είναι μικρή. Μπορεί παρ’ όλα αυτά η Αθήνα να διατηρήσει τη διεθνή της σημασία;
Αρντ: Θα το δούμε. Προς το παρόν δεν υπάρχουν αρκετοί συλλέκτες. Αλλά ούτε στο Βερολίνο επιβιώσαμε επειδή ξαφνικά όλοι άρχισαν να αγοράζουν τέχνη. Οι γκαλερί πέτυχαν επειδή προωθούσαμε σε όλο τον κόσμο όσα δημιουργούνταν στο Βερολίνο.
Ποτέ και πουθενά δεν συνέρρεε ο κόσμος στον χώρο μου. Πάντα επένδυα πρώτα και μετά σκεφτόμουν: πώς μπορώ να διατηρήσω αυτή τη δραστηριότητα οικονομικά βιώσιμη;
Το σαλόνι δεν είναι για μένα μια εμπορική επιχείρηση. Αν όμως παρουσιάσουμε έναν νέο καλλιτέχνη που δεν εκπροσωπείται από γκαλερί ή μας ανατεθεί η εμπορική προώθηση έργων, τότε δραστηριοποιούμαστε και εμπορικά. Παρ’ όλα αυτά, ο χώρος δεν θα γίνει γκαλερί.
WELT: Έχετε επιλέξει επανειλημμένα τόπους που δεν βρίσκονταν ακόμη στο επίκεντρο της διεθνούς αγοράς τέχνης. Τι σας ελκύει σε αυτό;
Αρντ: Πάντα έβλεπα τον εαυτό μου ως διαμεσολαβητή, ως κάποιον που ανοίγει δρόμους προς την τέχνη και συνδέει διαφορετικούς κόσμους.
Για την Αθήνα, αυτό σημαίνει να στρέψω εδώ τη διεθνή προσοχή και να ασχοληθώ τόσο ουσιαστικά με την ελληνική τέχνη, ώστε κάποια στιγμή να μπορέσω να της δώσω κι ένα εισιτήριο προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Με ενδιαφέρουν οι τόποι που δεν καταλαβαίνω. Τότε θέλω να κοιτάξω πιο προσεκτικά και να υλοποιήσω πράγματα που διαφορετικά δεν θα συνέβαιναν. Αν κάποτε η Αθήνα γίνει μια καθιερωμένη αγορά τέχνης, ας επωφεληθούν άλλοι από αυτήν.
WELT: Συμβουλεύετε καλλιτέχνες, συλλέκτες και θεσμούς, ενώ παράλληλα εμπορεύεστε και συλλέγετε ο ίδιος έργα τέχνης. Πώς αποφεύγετε τις συγκρούσεις συμφερόντων;
Αρντ: Δεν μπορούν να αποφευχθούν πλήρως. Το καθοριστικό στοιχείο είναι η διαφάνεια.
Όταν συμβουλεύω έναν πελάτη, με πληρώνει για τη δουλειά μου. Αν ταυτόχρονα εκπροσωπώ μια καλλιτέχνιδα της οποίας του προτείνω ένα έργο, το δηλώνω ξεκάθαρα. Αν αγοράσει κάποιο έργο, δεν μου καταβάλλει επιπλέον προμήθεια.
Θα μπορούσα να κερδίζω περισσότερα με άλλον τρόπο, αλλά η καλή μου φήμη είναι σημαντικότερη για μένα. Εκπροσωπώ τα συμφέροντα εκείνων που μου αναθέτουν μια δουλειά. Σε μια διαφορετική συνεργασία, αυτός μπορεί να είναι και ο καλλιτέχνης.
WELT: Πώς αναγνωρίζετε έναν καλλιτέχνη που πιστεύετε ότι θα εξακολουθεί να έχει σημασία σε 20 χρόνια;
Αρντ: Υπάρχει μια γαλλική έκφραση γι’ αυτό: coup de foudre κεραυνοβόλος έρωτας. Όταν ανατριχιάζω ολόκληρος.
Μπορεί να είναι απόλυτος ενθουσιασμός, αλλά και απόλυτη απόρριψη. Έχω συνεργαστεί με καλλιτέχνες των οποίων το έργο αρχικά με τάραξε βαθιά. Τόσο πολύ, ώστε σκέφτηκα: με αυτό πρέπει τώρα να ασχοληθώ.
WELT: Όταν γνωρίζει κανείς την αγορά τέχνης τόσο καλά όσο εσείς, μπορεί ακόμη να συλλέγει χωρίς να ακολουθεί τη λογική;
Αρντ: Όταν συμβουλεύω πελάτες, δουλεύω πολύ συστηματικά. Για τον εαυτό μου, όμως, συλλέγω περισσότερο διαισθητικά, χωρίς να περιορίζομαι σε ένα συγκεκριμένο ύφος ή ρεύμα. Αφήνω τα έργα να με ενθουσιάσουν, να με εκπλήξουν και να με σαγηνεύσουν.
Μόλις απέκτησα την οικονομική δυνατότητα, αγόρασα έργα του Μπόις και του Κουνέλλη, οι οποίοι με γοήτευαν ήδη από την εφηβεία μου, αλλά και έργα πολύ νέων καλλιτεχνών.
Ο Γιαν Χουτ, που υπήρξε σημαντικός μέντορας για μένα, είχε πει κάποτε: «Μαθαίνεις κοιτάζοντας». Στη ζωή μου έχω ασχοληθεί με δεκάδες χιλιάδες έργα. Φυσικά, χρειάζεται διαίσθηση και η διάθεση να αφεθείς σε κάτι που δεν έχει ακόμη σαφή μορφή.


