Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδας και σκηνοθέτης μιλάει για την παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει» που παρουσιάζεται έως την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας»
Μια ολόκληρη εποχή επιστρέφει στη σκηνή μέσα από τη «νύχτα». Όχι τη νύχτα των άλλων, αλλά τη νύχτα των επαρχιακών κέντρων διασκέδασης, των λαϊκών τραγουδιών, των ονείρων, των υπερβολών, των ανθρώπων που αναζητούσαν μια διέξοδο από την καθημερινότητά τους και μιας Ελλάδας που έμπαινε, συχνά απότομα και αντιφατικά, σε μια νέα εποχή.
Αυτός είναι ο κόσμος του «Αυτή η νύχτα μένει», της μεγάλης μουσικοθεατρικής παραγωγής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή, σε θεατρική απόδοση και σκηνοθεσία του Αστέριου Πελτέκη. Η παράσταση, μετά την επιτυχημένη πορεία της στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάζεται από τις 19 Σεπτεμβρίου στο Θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας» στην Αθήνα έως την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου.
Για τον Αστέριο Πελτέκη, όμως, το «Αυτή η νύχτα μένει» δεν είναι απλώς μια επιστροφή σε ένα μουσικό και κοινωνικό σύμπαν του παρελθόντος. Είναι μια προσπάθεια να φωτιστεί μια κρίσιμη καμπή της νεότερης ελληνικής ιστορίας και, μέσα από αυτήν, να αναδειχθούν οι άνθρωποι που έζησαν τις αλλαγές, τις προσδοκίες, τις αντιφάσεις και τις υπερβολές μιας ολόκληρης εποχής.
Η ματιά του δεν είναι μόνο σκηνοθετική. Ο Πελτέκης, ηθοποιός, σκηνοθέτης και απόφοιτος τόσο της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ όσο και του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ, έχει διανύσει μια μακρά πορεία στη θεατρική πράξη, με περισσότερες από πενήντα συνεργασίες σε θέατρα και οργανισμούς στην Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ από το 2022 έχει την ευθύνη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του ΚΘΒΕ. Έχει επίσης μαθητεύσει, μεταξύ άλλων, σε σεμινάρια με σημαντικούς δημιουργούς όπως ο Peter Brook, ο Bruce Mayers και ο Sotigui Kouyaté.
Ίσως γι’ αυτό και η προσέγγισή του στο έργο του Θάνου Αλεξανδρή αποφεύγει την εύκολη νοσταλγία. Θέλει να κρατήσει ζωντανή την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς να κρύψει τις σκοτεινές πλευρές της· να αναδείξει την ψυχαγωγία και τη λαϊκή κουλτούρα, χωρίς να παραβλέψει τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που τη διαμόρφωσαν. Στη σκηνή συναντώνται έτσι η μυθοπλασία με την προσωπική μαρτυρία, η ζωντανή μουσική με το θέατρο και οι άνθρωποι της νύχτας με μια Ελλάδα που προσπαθούσε να αλλάξει.
Στην Αθήνα, η παράσταση απέκτησε ακόμη πιο έντονο χαρακτήρα, με τη συμμετοχή του ίδιου του Θάνου Αλεξανδρή, αλλά και guest εμφανίσεις ανθρώπων που συνδέθηκαν με εκείνη την εποχή, όπως η Κατερίνα Στανίση και ο Γιώργος Κουβαράς στην πρεμιέρα.
Στη συνέντευξή του στο Newsbomb.gr, ο Αστέριος Πελτέκης μιλά για το «Αυτή η νύχτα μένει», για τον κόσμο των σκυλάδικων και την Ελλάδα των ’80s και ’90s, για τη συνεργασία του με τον Θάνο Αλεξανδρή, αλλά και για το μεγαλύτερο στοίχημα της παράστασης: να μεταφέρει στη σκηνή έναν κόσμο «σκοτεινό και ταυτόχρονα λαμπερό», χωρίς να τον εξιδανικεύσει και χωρίς να τον αδικήσει.
Και πίσω από όλα αυτά, όπως λέει ο ίδιος, βρίσκεται κάτι πολύ πιο διαχρονικό: η ανάγκη του ανθρώπου να ονειρεύεται, να ελπίζει και να διεκδικεί μια καλύτερη ζωή. Γιατί, τελικά, η «νύχτα που μένει» δεν ανήκει μόνο σε μια εποχή. Είναι η νύχτα που ο καθένας κρατά μέσα του, ως ανάμνηση, όνειρο, επιτυχία ή αποτυχία.

- Τι ήταν αυτό που σας έκανε να πείτε «ναι» στο «Αυτή η νύχτα μένει»; Τι σας συγκίνησε περισσότερο στο έργο του Θάνου Αλεξανδρή;
Καταρχάς, πρόκειται για μια ιδέα που δημιουργήθηκε από την ανάγκη να κατανοήσουμε τη σημασία της συγκεκριμένης περιόδου, αφενός για τις κοινωνικοπολιτικές της προεκτάσεις – ήταν μια δεκαετία κατά την οποία πραγματοποιήθηκαν οι ζυμώσεις για τη νέα κατάσταση της παγκοσμιοποίησης – και αφετέρου επειδή, για πρώτη φορά, η Ελλάδα και ιδιαίτερα ο κόσμος της επαρχίας βρέθηκαν σε μια, ελεύθερη – εντός και εκτός εισαγωγικών – στιγμή για το πέρασμα σε έναν νέο τρόπο ζωής και μια συνολικότερη «αλλαγή».
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα, αλλά και μεγάλο μέρος του κόσμου, για πολλά χρόνια ταλανιζόταν από πολέμους, συρράξεις, κατοχές και άλλες περιπέτειες. Στην Ελλάδα είχαμε 400 χρόνια Τουρκοκρατίας, στη συνέχεια τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο, τη δικτατορία και, ξαφνικά, στη δεκαετία του ’80, μπήκαμε σε μια νέα συνθήκη της νεότερης μεταπολιτευτικής μας ιστορίας.
Σε εκείνο το κομβικό σημείο επικράτησε σχεδόν σε παγκόσμιο επίπεδο η ποπ κουλτούρα, με την μουσική και το αντίστοιχο κοινωνικό κίνημα. Στην Ελλάδα έφτασε μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τη λαϊκή ποπ, με τα απόνερά της να καταλήγουν στην ελληνική επαρχία και να μετατρέπονται σε αυτό που αργότερα θα αποκαλούσαμε «σκυλάδικο».
Νυχτερινά κέντρα ξεφύτρωναν παντού, εν μία νυκτί, σε χώρους που ήταν αλάνες, σιλό ή ακόμη και στάβλοι. Τα κέντρα αυτά λειτούργησαν, κατά κάποιον τρόπο, ως «χάντρες για τους ιθαγενείς», εντός εισαγωγικών, για τους ανθρώπους της επαρχίας που βίωναν μια σκληρή καθημερινότητα, χωρίς ιδιαίτερες δυνατότητες διασκέδασης, με πολλή δουλειά και μια περιορισμένη ζωή μέσα σε ένα στενό κοινωνικό σύνολο.
Ξαφνικά, οι άνθρωποι αυτοί βρέθηκαν με μεγάλα ποσά από επιδοτήσεις, ευρωπαϊκά κονδύλια, νέα μηχανήματα και τεχνολογικά επιτεύγματα, τα οποία άρχισαν να τους προσφέρουν περισσότερη ξεκούραση και ελεύθερο χρόνο. Ουσιαστικά, τους δόθηκε η ευκαιρία για ένα μικρό ξέσπασμα, το οποίο οδήγησε στη μετέπειτα «αμετροεπή» περίοδο.
Αυτές οι σκέψεις, σε συνδυασμό με τη νοσταλγία και κάποια προσωπικά βιώματα από αυτόν τον περίεργο αλλά ταυτόχρονα γνήσιο κόσμο, με τους sui generis και πολύ αυθεντικούς ανθρώπους των σκυλάδικων και των νυχτερινών κέντρων, όπως τα είχε αποκαλέσει ο αείμνηστος Βαγγέλης Γιαννόπουλος, ήταν μερικοί από τους λόγους που με προέτρεψαν να ασχοληθώ με το κείμενο του Θάνου Αλεξανδρή.
Το βιβλίο ήταν η πιο κατάλληλη πηγή για να συνθέσω το υλικό της παράστασης. Το «Αυτή η νύχτα μένει» είναι ένα οδοιπορικό σε εκείνη τη δεκαετία μέσα από την προσωπική εμπειρία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε θέλοντας να γίνει παπάς, βρέθηκε από την επαρχία να σπουδάζει Νομική στην Αθήνα, τον κέρδισε η τέχνη του θεάτρου με σπουδές στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και, τελικά, παρασύρθηκε σε ένα ταξίδι στον κόσμο των νυχτερινών κέντρων και «ρούφηξε» ουσιαστικά τη ζωή, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και ο ίδιος στο βιβλίο του.
- Όταν αποφασίσατε να μεταφέρετε ξανά στη σκηνή αυτόν τον κόσμο της νύχτας, ποιο ήταν το μεγαλύτερο στοίχημα που βάλατε με τον εαυτό σας;
Να μπορέσω να αποδώσω με όσο το δυνατόν πιο γνήσιο τρόπο όλη αυτή την εποχή και αυτόν τον κόσμο. Να δω την ανθρώπινη πλευρά και την αυθεντικότητα όλων αυτών των ηρώων, να αποτυπώσω την πλευρά της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης, αλλά και τις κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις, τα σκληρά σημεία και την αγριάδα που διέπει αυτή την εποχή, αυτόν τον κόσμο και τη συγκεκριμένη κουλτούρα του σκυλάδικου.
Παράλληλα, ήθελα να αποδώσω, όσο το δυνατόν πιο συμπυκνωμένα και ποιητικά, όλο αυτό το τεράστιο οδοιπορικό, προσπαθώντας να μην αδικήσω ούτε τους ήρωες, ούτε την εποχή. Δεν ήθελα να τονίσω ή να υπερτονίσω τα αρνητικά σε σχέση με τα θετικά, αλλά να κρατήσω μια ισορροπία μεταξύ μυθοπλασίας, αφήγησης και της διαδρομής σε αυτόν τον περίεργο, γοητευτικό, σκοτεινό και ταυτόχρονα λαμπερό κόσμο.

Ο Θάνος Αλεξανδρής στην παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει»
- Ο Θάνος Αλεξανδρής συμμετέχει ενεργά στην παράσταση. Αυτό έκανε πιο εύκολη ή πιο δύσκολη τη δουλειά σας;
Η ιδέα της συμμετοχής του Θάνου Αλεξανδρή δημιουργήθηκε όταν συναντηθήκαμε για να συμφωνήσουμε ότι δέχεται να μεταφέρουμε στη σκηνή το έργο του, κάνοντας μια θεατρική διασκευή πάνω στο κείμενό του.
Ήταν μια πολύ όμορφη συνάντηση. Είναι ένας άνθρωπος που μου γέννησε πολύ όμορφα αισθήματα, τόσο με τον τρόπο που υπάρχει όσο και με την προσωπικότητά του, και θεώρησα ότι θα ήταν πολύ όμορφο να συμμετέχει στην παραγωγή.
Το σκέφτηκα λίγο όπως ο Χίτσκοκ, που έκανε μικρές εμφανίσεις στις ταινίες του. Με έναν τέτοιο τρόπο μπήκε ο Θάνος Αλεξανδρής στην παράσταση.
Φυσικά, μόνο δύσκολη δεν μου έκανε τη ζωή. Ίσα ίσα, προέκυψαν πολύ ενδιαφέρουσες μικρές νύξεις και υπαινιγμοί της δικής του παρουσίας και της προσωπικής του διαδρομής μέσα από τη θεατρική αφήγηση και τη μυθοπλασία. Συνολικά, ήταν μια πολύ όμορφη συμμετοχή και μια σημαντική συμβολή στην παράσταση.
- Πώς επιλέξατε τους πρωταγωνιστές και τους υπόλοιπους ηθοποιούς; Ψάχνατε περισσότερο υποκριτικές ικανότητες ή και ανθρώπους που να μπορούν να «μυρίσουν» την ατμόσφαιρα της πίστας;
Σαφώς και τα δύο ήταν ζητούμενα. Έγινε μια επιλογή τόσο από ηθοποιούς με τους οποίους είχαμε συνεργαστεί στο παρελθόν και τους γνώριζα, όσο και από ανθρώπους που πίστεψα ότι θα μπορούσαν να αποδώσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτή την ιστορία.
Παράλληλα, αναζητήσαμε, όχι για όλους τους ρόλους, ανθρώπους που θα μπορούσαν να υπηρετήσουν και το μουσικό μέρος ενός μουσικοθεατρικού θεάματος, όπως είναι το «Αυτή η νύχτα μένει».

Ο Παναγιώτης Πετράκης πρωταγωνιστεί στην παράσταση «Αυτή η νύχτα μένει»
- Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να ισορροπήσει ανάμεσα στο θέατρο και στο ύφος ενός λαϊκού νυχτερινού κέντρου; Ειδικά αν, λόγω ηλικίας, δεν το έχει ζήσει;
Αυτή ακριβώς είναι η τέχνη μας: να αποδίδουμε, να ερμηνεύουμε και να επινοούμε χαρακτήρες σε εποχές, κοινωνίες ή συνθήκες που δεν είναι αυτό που είμαστε.
Αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία, αλλά και το υπέροχο, μαγικό στοιχείο της υποκριτικής και της τέχνης του ηθοποιού. Να μπορούμε να αναπαραστήσουμε ανθρώπους, χαρακτήρες, τύπους, κόσμους, κοινωνίες και εποχές που δεν έχουμε βιώσει και να πείσουμε τον θεατή ότι εκείνη τη στιγμή βλέπει μέσα από τον ερμηνευτή ένα κομμάτι της πραγματικότητας που αφηγούμαστε μέσα από την ιστορία που έχουμε επιλέξει να πούμε.
- Η παράσταση δεν είναι απλώς μια ιστορία για τη νύχτα. Είναι και ένα ταξίδι σε μια ολόκληρη εποχή. Πόσο δύσκολο ήταν να «αναστήσετε» το κλίμα των ’80s και των ’90s χωρίς να γίνει μια απλή νοσταλγική αναπαράσταση;
Ήταν μια αρκετά δύσκολη δουλειά. Βοήθησαν δύο πράγματα.
Το ένα ήταν η προσωπική μου βιωματική εμπειρία. Έχοντας μια μεγαλύτερη αδερφή, είχα ζήσει, κυρίως ως παρατηρητής, αυτόν τον κόσμο που τότε άρχισε να διαμορφώνεται, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια. Αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές του ’90, είχα και πιο προσωπικά βιώματα. Έτσι, είχα «μυρίσει» και είχα αγγίξει αυτή την εποχή.
Το δεύτερο ήταν, φυσικά, το υλικό από το βιβλίο του Θάνου Αλεξανδρή. Παράλληλα, σήμερα έχουμε τη δυνατότητα να αναζητήσουμε μέσα από το διαδίκτυο εικόνες και στοιχεία, να θυμηθούμε και να ξαναχτίσουμε αυτά τα σπαράγματα των αναμνήσεων και να τα κάνουμε πιο ολοκληρωμένα.
Και, φυσικά, υπάρχει η μυθοπλασία και η σκηνοθεσία, τα χαρακτηριστικά στοιχεία της τέχνης του θεάτρου, που προσπαθούν να αποδώσουν με πειστικό τρόπο και να αφηγηθούν μια ιστορία, με τους ηθοποιούς να υπηρετούν ερμηνευτικά αυτή τη διαδικασία.

- Ο Σταμάτης Κραουνάκης υπογράφει την επιμέλεια της μουσικής που κυριαρχεί στην παράσταση. Πώς δουλέψατε μαζί; Είχατε από την αρχή κοινό όραμα για το μουσικό ύφος της παράστασης;
Ένας ακόμη λόγος που ήθελα πολύ να κάνω αυτή τη δουλειά ήταν η συμμετοχή του σπουδαίου καλλιτέχνη και δημιουργού Σταμάτη Κραουνάκη.
Όταν ήρθαμε σε επαφή και του είπα τι σκέφτομαι να κάνω, ήταν πολύ γλυκός και τρυφερός απέναντί μου. Όταν συζητήσαμε την ιδέα, ήταν ιδιαίτερα θετικός και στάθηκε από την αρχή δίπλα στην προσπάθεια.
Έγραψε καινούργια τραγούδια ειδικά για την παράσταση και βοήθησε πολύ στην επιλογή τραγουδιών που χαρακτηρίζουν την εποχή. Παράλληλα, με τον συνεργάτη του, τον Πάνο Κοσμίδη, τον οποίο μου συνέστησε για τις ενορχηστρώσεις και τη διδασκαλία των κομματιών, αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι στην ολοκλήρωση αυτού του παζλ.
Ήταν μια πολύ όμορφη συνεργασία και εμπειρία. Ιδίως τα καινούργια τραγούδια που έγραψε ο Σταμάτης για την παράσταση είναι εξαιρετικά συγκινητικά και όμορφα. Πιστεύω ότι καθένα από αυτά θα μπορούσε να σταθεί και ως αυτόνομο μουσικό δημιούργημα.
- Πώς προέκυψε η guest συμμετοχή της Κατερίνας Στανίση στην πρεμιέρα;
Ήδη στην παράσταση υπήρχαν κάποια βίντεο που αποτύπωναν προσωπικότητες εκείνης της εποχής και αυτού του κόσμου, όπως η Αννέτα Μαρμαρινού, ο Μάριο Βεάνος και η Κατερίνα Στανίση.
Από εκεί δημιουργήθηκε η πρώτη επαφή με αυτούς τους ανθρώπους. Όταν ήρθαμε στην Αθήνα, σκέφτηκα ότι θα είχε πολύ ενδιαφέρον να φέρουμε κάποιους από αυτούς πάνω στη σκηνή με guest εμφανίσεις.
Έτσι, προσέγγισα την Κατερίνα Στανίση, όπως και τον Γιώργο Κουβαρά, τον δημοσιογράφο, φίλο και τραγουδιστή, οι οποίοι μας έκαναν την τιμή να συμμετάσχουν με guest εμφάνιση στην πρεμιέρα.
Επιφυλάσσουμε και νέες εκπλήξεις για τις επόμενες παραστάσεις, με την προσδοκία να μεταφέρουμε ακόμη πιο γνήσια το άρωμα αυτής της εποχής, μέσα από ανθρώπους που υπήρξαν πρωταγωνιστές στον κόσμο που επιχειρήσαμε να μεταφέρουμε στη θεατρική σκηνή.
- Πώς αισθάνεστε βλέποντας ένα θέατρο να μετατρέπεται για λίγα λεπτά σε… μπουζούκια;
Δεν αισθάνομαι ότι μετατρέπεται σε μπουζούκια. Αισθάνομαι ότι παίρνει σάρκα και οστά ένα μέρος της αφήγησης μιας ιστορίας.
Η ιστορία μιλά για τον κόσμο των μπουζουκιών, των νυχτερινών κέντρων, αλλά και για τους ανθρώπους που έζησαν μέσα σε αυτόν. Όταν, λοιπόν, αυτό μετατρέπεται σε κάτι που ο θεατής βιώνει ως αυθεντική κατάσταση, νιώθω ικανοποίηση, γιατί αυτό που επιχείρησα να κάνω έχει πετύχει.
Το σημαντικό είναι να ταξιδεύει ο θεατής όσο το δυνατόν πιο κοντά σε εκείνους τους καιρούς και σε εκείνον τον κόσμο.
- Το «Αυτή η νύχτα μένει» μιλά για ανθρώπους που κυνηγούν το όνειρο μέσα στη νύχτα. Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το βαθύτερο θέμα της παράστασης;
Νομίζω ότι η ουσία είναι η επιμονή του ανθρώπου να βρίσκει και να κατακτά το καλύτερο.
Είναι η ανάγκη μας να εξελισσόμαστε, να αναζητούμε το καλύτερο, να κυνηγάμε το όνειρο και την ελπίδα και να προσπαθούμε να κάνουμε καλύτερη τη ζωή μας.
Ο άνθρωπος πάντα διεκδικούσε το καλύτερο δυνατό. Ονειρευόταν και, μέσα από τα όνειρά του, προσπαθούσε να κάνει πραγματικότητα αυτά που επιθυμούσε και αυτά που είχε διαμορφώσει στη δική του προσωπική θεώρηση του κόσμου.
Το βαθύτερο θέμα, λοιπόν, είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κατακτά το καλύτερο, να κυνηγά αυτό που ονειρεύεται και να παλεύει γι’ αυτό μέσα από επιτυχίες, αποτυχίες, απογοητεύσεις, χαρά, λύπη και χαρμολύπη.
Και, τελικά, να φτάνει εκεί που φτάνει ο άνθρωπος γενικότερα. Από τον Οδυσσέα έως τον σύγχρονο άνθρωπο… «Σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη» να εύχεται ο δρόμος να είναι μακρύς, γεμάτος περιπέτειες και γνώσεις, όπως μας ο σπουδαίος ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης Και όταν φτάσει στην Ιθάκη, να έχει ήδη καταλάβει τι σημαίνουν οι «Ιθάκες».
- Τι θα θέλατε να σκέφτεται ο θεατής όταν βγαίνει από το θέατρο; Να νοσταλγήσει, να διασκεδάσει ή να προβληματιστεί;
Το ιδανικό θα ήταν ο συνδυασμός και των τριών.
Εάν συμβούν και τα τρία μαζί, θα είμαι πολύ χαρούμενος και θα είμαι πεπεισμένος ότι η παράσταση έχει πετύχει τον σκοπό της.
- Πιστεύετε ότι ο κόσμος της ελληνικής νύχτας έχει αλλάξει πραγματικά ή απλώς άλλαξε μορφή;
Πιστεύω ότι έχει αλλάξει η νύχτα γενικότερα, γιατί έχει γίνει το πέρασμα σε μια νέα εποχή.
Έχουν συμβεί πολλά από εκείνη την περίοδο. Εκείνη η αθωότητα και η βουτιά στο άγνωστο δεν υφίστανται πλέον. Τα πράγματα έχουν γίνει πιο συγκεκριμένα, έχουν μπει σε νόρμες και φόρμες, υπάρχει διαφορετική τυποποίηση και διαφορετική δομή στη νύχτα.
Νομίζω ότι πλέον όλα είναι περισσότερο δομημένα και προκατασκευασμένα, εντός εισαγωγικών, και δεν έχουν σχέση με εκείνο το κύμα, εκείνο το «τσουνάμι» που έσκασε εκείνη την περίοδο.
Τώρα, νομίζω, τα πράγματα έχουν έρθει σε μια άλλη ισορροπία. Φαντάζομαι μέχρι το επόμενο ξέσπασμα.
- Και τελικά, για εσάς προσωπικά, ποια είναι αυτή η «νύχτα που μένει»;
Είναι αυτή η νύχτα, η κάθε νύχτα στην οποία ο καθένας από εμάς νοσταλγεί, ονειρεύεται, ελπίζει, πετυχαίνει, αποτυγχάνει και συνεχίζει να ονειρεύεται.
Είναι μια νύχτα μοναδική για τον καθένα, όσο μοναδικό είναι και το δακτυλικό μας αποτύπωμα.
- Αν σας ζητούσα να επιλέξετε τον αγαπημένο σας τραγουδιστή ή το αγαπημένο σας τραγούδι, από όσα ακούγονται ή δεν ακούγονται στην παράσταση, ποιο θα ήταν;
Θα ήταν ένα ποτ πουρί τραγουδιών και ανθρώπων, που νομίζω ότι περιλαμβάνονται στο υπέροχο κομμάτι που έφτιαξε ο Σταμάτης Κραουνάκης, το «Αυτή η νύχτα μένει».
- Τελικά το «Ηλία Ρίχτο» της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη, το οποίο απόσπασμα προβάλλεται και στην παράστασή σας, πιστεύετε ότι αντιπροσωπεύει την Ελλάδα του 80 και του 90;
Σίγουρα. Εκατό τοις εκατό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη η περίοδος ήταν και η περίοδος της ανοικοδόμησης. Η συμβολική πράξη της κατεδάφισης ενός κτιρίου συμβολίζει την Ελλάδα της ανοικοδόμησης. Συμβολίζει την Ελλάδα της προσπάθειας να σπάσει το κέλυφος μιας προηγούμενης ζωής, η οποία συγκροτήθηκε μέσα από πολέμους, εμφυλίους, δικτατορίες και μια πολύ σκληρή καθημερινότητα, ιδίως για τους ανθρώπους της επαρχίας.
Παράλληλα, συμβολίζει την έναρξη μιας καινούργιας εποχής, η οποία γκρεμίζει ουσιαστικά ό,τι υπήρχε μέχρι τότε και προσπαθεί να αφήσει πίσω όλα όσα την ταλάνιζαν, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για κάτι νέο, αυθόρμητο, γνήσιο και διαφορετικό.
Πηγή


