Ο Καταλανός ελληνιστής Eusebi Ayensa, με αφορμή το νέο βιβλίο του «Γιατί Ελλάδα, σήμερα;», αναδεικνύει τη διαχρονική πολιτιστική σημασία της χώρας
Ο φιλέλληνας και ελληνιστής από το Φιγέρες, Εουσέμπι Αγιένσα, κυκλοφορεί το δοκίμιο Per què Grècia, avui? («Γιατί η Ελλάδα σήμερα;»), που τιμήθηκε με το Βραβείο Δοκιμίου της Mancomunitat de la Ribera Alta. Στο βιβλίο υποστηρίζει, με συγκεκριμένα παραδείγματα, ότι η σύγχρονη Ελλάδα υπήρξε και εξακολουθεί να αποτελεί πολιτιστική δύναμη πρώτης τάξης.
Ο Εουσέμπι Αγιένσα φωτογραφίζεται δίπλα στο χάλκινο άγαλμα του ποιητή Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, έργο του γλύπτη Πραξιτέλη Τζανουλίνου, στον πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη Ωνάση και σε μικρή απόσταση από την Ακρόπολη και την Αψίδα του Αδριανού.
«Η Ελλάδα ίσως δεν είναι οικονομική δύναμη και πιθανότατα δεν θα γίνει ποτέ, όμως εξακολουθεί να είναι μια χώρα με πολύ μεγάλη πολιτιστική σημασία. Ο πολιτισμός της δεν σταμάτησε τον 3ο αιώνα π.Χ. Στον σύγχρονο κόσμο, το κριτήριο με το οποίο αξιολογούμε την ποιότητα μιας χώρας είναι σχεδόν αποκλειστικά η οικονομία. Μπορεί να είναι ένας παράγοντας, αλλά δεν είναι ο μοναδικός ούτε ο σημαντικότερος».
Αυτή είναι η άποψη του ελληνιστή από το Φιγέρες, Εουσέμπι Αγιένσα, ο οποίος, θέλοντας να εμβαθύνει στη συγκεκριμένη θέση, μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο Per què Grècia, avui? (Bromera). Στο έργο παρουσιάζει δέκα σημαντικά παραδείγματα σύγχρονων δημιουργών που συνέβαλαν σε τομείς όπως η λογοτεχνία, η θεολογία, η πολιτική σκέψη, οι τέχνες και ο κινηματογράφος.
Το βιβλίο τιμήθηκε με το Βραβείο Δοκιμίου Mancomunitat de la Ribera Alta 2025 και ο συγγραφέας το αφιέρωσε στη μνήμη της καθηγήτριας Ελληνικής Φιλολογίας Μαργαλίδα Καπελλά Σολέρ. Τον Σεπτέμβριο θα το παρουσιάσει στη Βαλένθια και το Αλικάντε και αργότερα στη Χιρόνα και τη Βαρκελώνη.
Η Ελλάδα μετά την οικονομική κρίση
Μετά τη θητεία του ως διευθυντής του Ινστιτούτου Θερβάντες στην Αθήνα, ο Αγιένσα μετακινήθηκε στη Φρανκφούρτη.
«Ήταν η εποχή που η Ελλάδα είχε μόλις τεθεί υπό οικονομική επιτήρηση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι Γερμανοί είχαν πολύ κακή άποψη για τους Έλληνες. Τους περιέγραφαν ως σπάταλους, αποτυχημένους και παράσιτα που είχαν πάψει να προσφέρουν στην Ευρώπη, που απλώς ζούσαν από αυτήν και που, ενώ υπήρξαν το λίκνο της Ευρώπης, τώρα ήταν ο τάφος της».
Ο Αγιένσα απέρριπτε αυτή την εικόνα. Αναγνώριζε ότι η Ελλάδα είχε κάνει λάθη, αλλά ταυτόχρονα έθετε στο επίκεντρο και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, μεταξύ άλλων τη διαφθορά στο πολιτικό σύστημα.
Από αυτή την ανάγκη να τεκμηριώσει τη θέση του γεννήθηκε το βιβλίο. Η αφήγησή του ξεκινά από τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τη δημιουργία ενός «νέου κράτους από το μηδέν», του πρώτου ελληνικού κράτους το 1832, το οποίο αναζητούσε την ταυτότητά του κοιτάζοντας προς την αρχαία Ελλάδα.
«Η Ελλάδα ζούσε υπό ξένη, τουρκική, κατοχή και όταν απέκτησε την ανεξαρτησία της, ο αγώνας αυτός μετατράπηκε σε πρότυπο για την ελευθερία των λαών της Νότιας Αμερικής, οι οποίοι αγωνίζονταν εναντίον της ισπανικής κυριαρχίας».
Εκείνη την περίοδο, υποστηρίζει, «η Ελλάδα αποτέλεσε μια εστία πολιτισμού που ακτινοβόλησε σε ολόκληρη την Ευρώπη».
Ο Καβάφης και η πολιτιστική ακτινοβολία της Ελλάδας
Ως ειδικός στον Κωνσταντίνο Καβάφη, του οποίου έχει μεταφράσει στα καταλανικά το σύνολο της ποιητικής του δημιουργίας, ο Αγιένσα αφιερώνει στον Αλεξανδρινό ποιητή ένα ολόκληρο κεφάλαιο.
Στα δύο επόμενα εξετάζει την επιρροή του Καβάφη στον Έντουαρντ Μ. Φόρστερ και στο έργο Το Κουαρτέτο της Αλεξάνδρειας του Λόρενς Ντάρελ, καθώς και τη θέση της ελληνικής λογοτεχνίας στον αγγλόφωνο κόσμο.
Ο Αγιένσα παραδέχεται ότι «δεν ήταν εύκολο βιβλίο να γράψω, γιατί χρειάστηκε να μπω σε πεδία που δεν γνώριζα ιδιαίτερα καλά, αλλά έμαθα πολλά πράγματα».
Έτσι, εξετάζει, μεταξύ άλλων, τον κινηματογράφο μέσα από το έργο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, τη ναΐφ ζωγραφική του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ, ο οποίος κατέκτησε το Παρίσι, την πολιτική σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη, τη θεολογία του Νίκου Καζαντζάκη, τον συγγραφέα Παντελή Πρεβελάκη, σημαντική μορφή της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, καθώς και τον ποιητή Αλέξανδρο Παναγούλη και τη δραματική εμπειρία της φυλάκισής του.
Πολλοί από αυτούς τους δημιουργούς, ωστόσο, παραμένουν ελάχιστα ή καθόλου γνωστοί στην υπόλοιπη Ευρώπη, ακόμη και σε αρκετούς καθηγητές ελληνικής φιλολογίας.
«Συχνά οι άνθρωποι περιφρονούν αυτό που δεν γνωρίζουν», λέει ο Αγιένσα.
Ο ίδιος, όπως εξηγεί, είχε αρχικά μια περιορισμένη εικόνα για την Ελλάδα. Όταν άρχισε να την επισκέπτεται πριν από πολλά χρόνια, ανακάλυψε «μια άλλη Ελλάδα».
Τότε συνειδητοποίησε ότι «η Ελλάδα είναι μια ευρωπαϊκή χώρα, ένα σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση, με ιστορία τεσσάρων χιλιάδων ετών», η οποία ξεκινά από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ.
Παράλληλα, αναδεικνύει την επιρροή που άσκησε η Ελλάδα χωρίς, όπως υποστηρίζει, «να είναι ποτέ αυτοκρατορία ούτε να έχει την επιθυμία να κυριαρχήσει, να ελέγξει ή να υποτάξει κανέναν», τουλάχιστον μέχρι τον Μέγα Αλέξανδρο.
Σε αυτό τη διαφοροποιεί από τους Ρωμαίους, «οι οποίοι ήταν μια αυτοκρατορία που έβαλε τέλος στα πάντα με τη δύναμη των όπλων».
Ο ελληνιστής Εουσέμπι Αγιένσα αναγνωρίζει ότι η ελληνική κληρονομιά εξακολουθεί να έχει τεράστιο βάρος στον δυτικό πολιτισμό. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι η εικόνα της «κλασικής Ελλάδας» στην οποία συχνά αναφερόμαστε αποτελεί σε μεγάλο βαθμό έναν μύθο.
Η Ελλάδα που θαυμάζουμε σήμερα, αυτή που ταυτίζεται με τον Παρθενώνα, τους Δελφούς και τα μεγάλα μνημεία, είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, σε σημαντικό βαθμό μια κατασκευή.
«Είναι μια πλάνη, γιατί την κλασική εποχή τα μνημεία ήταν βαμμένα με χρώματα και η αισθητική τους ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που έχουμε στο μυαλό μας».
Κατά τον Αγιένσα, ήταν οι μεγάλοι Γερμανοί και Βρετανοί αρχαιολόγοι, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, που «δημιούργησαν αυτή την πρότυπη εικόνα τάξης και τελειότητας, ενώ στην πραγματικότητα τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά».
Πρόκειται, όπως λέει, για «την εικόνα των Γερμανών ρομαντικών».
Παρά την κριτική του στην εξιδανίκευση της αρχαιότητας, ο Αγιένσα δεν αμφισβητεί σε καμία περίπτωση «τη σημασία της κλασικής λογοτεχνίας και φιλοσοφίας», η οποία είναι αδιαμφισβήτητη.
Απλώς επισημαίνει ότι η εικόνα που έχουμε για την αρχαία Ελλάδα είναι σε μεγάλο βαθμό ένα είδωλο που δημιουργήθηκε μέσα από τα μάτια μεταγενέστερων εποχών.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η ιστορία της Ελλάδας δεν τελειώνει με τον Μέγα Αλέξανδρο. Μετά από εκείνον «μεσολάβησαν 23 αιώνες», γεμάτοι γεγονότα και πολιτιστικές εξελίξεις που αξίζει να γνωρίζουμε.
Η γενναιοδωρία του ελληνικού λαού
Για να αναδείξει τη σύνδεση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ο συγγραφέας επέλεξε μια φωτογραφία από το αρχείο του Μουσείου Μπενάκη στην Αθήνα. Σε αυτήν διακρίνονται κατάλοιπα της αρχαίας Ελλάδας, ενώ σε πρώτο πλάνο βρίσκεται ένας αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης.
«Είναι σαν η σύγχρονη Ελλάδα να συνομιλεί με την αρχαία Ελλάδα», εξηγεί.
Το δοκίμιο περιλαμβάνει επίσης εκτενή βιβλιογραφία, η οποία αντικατοπτρίζει τις μελέτες που έχει πραγματοποιήσει ο Αγιένσα όλα αυτά τα χρόνια.
Για τον ίδιο, το βιβλίο αποτελεί κατά κάποιον τρόπο «ένα χρέος απέναντι στην Ελλάδα».
«Είναι μια χώρα που πάντα μου έχει φερθεί πολύ καλά, που υπήρξε πολύ γενναιόδωρη μαζί μου και για την οποία είμαι βαθιά ευγνώμων».
Δεν ξεχνά, μάλιστα, την περίοδο κατά την οποία η διοίκηση του Ινστιτούτου Θερβάντες τον κατηγόρησε ψευδώς ότι είχε υπεξαιρέσει περίπου 500 ευρώ.
«Το προσωπικό που είχα υπό την ευθύνη μου στην Αθήνα έστειλε επιστολή στη Μαδρίτη, διαβεβαιώνοντας ότι όλα αυτά ήταν ψέματα και ζητώντας να σταματήσει η δυσφήμησή μου. Διακινδύνευσαν τη δουλειά τους και στάθηκαν στο πλευρό μου».
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αγιένσα είναι ο μοναδικός Καταλανός που έχει τιμηθεί με το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης Έργου Ελληνικής Λογοτεχνίας, για τη μετάφραση στα καταλανικά του συνόλου της ποιητικής δημιουργίας του Καβάφη.
«Κάθε ελληνικό νησί είναι ένας διαφορετικός κόσμος»
Ο Αγιένσα έχει ακόμη πολλά σχέδια που συνδέονται με την Ελλάδα.
«Για μένα είναι μια χώρα που εξακολουθώ να ανακαλύπτω, γιατί κάθε νησί είναι ένας διαφορετικός κόσμος», παραδέχεται.
Δεν αγνοεί, ωστόσο, τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Όπως σημειώνει, οι Έλληνες «έχουν αναγκαστεί να μάθουν να ζουν με πολύ λιγότερα», παρά το γεγονός ότι το επίπεδο ζωής παραμένει υψηλό.
Οι μισθοί, όπως επισημαίνει, είναι περίπου οι μισοί από εκείνους της Ισπανίας.
Κατά την άποψή του, αυτό που επιτρέπει στο σύστημα να αντέχει είναι η αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων.
Για τον Εουσέμπι Αγιένσα, λοιπόν, η αξία της Ελλάδας δεν μπορεί να μετρηθεί μόνο με οικονομικούς δείκτες. Η πολιτιστική της επιρροή, η ιστορική της συνέχεια και η δυνατότητά της να παράγει ιδέες, τέχνη και πνευματικό έργο εξακολουθούν να αποτελούν στοιχεία που της προσδίδουν ξεχωριστή θέση στην Ευρώπη και στον κόσμο.
Πηγή


