Η ζωγράφος είχε επιλέξει συνειδητά να ζει για δεκαετίες σε ψυχιατρική κλινική, χωρίς να εγκαταλείψει ποτέ την τέχνη της
Η Γιαγόι Κουσάμα, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και επιδραστικές καλλιτέχνιδες της σύγχρονης εποχής, πέθανε σε ηλικία 97 ετών, όπως ανακοινώθηκε σήμερα, Πέμπτη 27 Αυγούστου.
Η Γιαπωνέζα πρωτοπόρος της avant-garde άφησε πίσω της ένα μοναδικό καλλιτεχνικό αποτύπωμα, συνδέοντας το όνομά της με τις περίφημες βούλες, τις εγκαταστάσεις με καθρέφτες και έναν ιδιαίτερο εικαστικό κόσμο που ταξίδεψε στα σημαντικότερα μουσεία του πλανήτη.
Η Κουσάμα πέθανε στις 14 Αυγούστου 2026 σε νοσοκομείο του Τόκιο, όμως η είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή σήμερα από την εταιρεία της. Η αιτία θανάτου δεν έχει ανακοινωθεί.
Πίσω από τα εντυπωσιακά έργα της βρίσκεται μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, έντονες ψυχικές εμπειρίες και μια διαρκής ανάγκη να δημιουργεί. Η Κουσάμα έχει επιλέξει εδώ και δεκαετίες να ζει σε ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο, ενώ συνέχιζε να εργάζεται καθημερινά στο στούντιό της.
Γιατί επέλεξε να μείνει στην κλινική;
Το 1977, η Γιαγόι Κουσάμα επέλεξε να εισαχθεί οικειοθελώς σε ψυχιατρική κλινική στο Τόκιο, όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής της. Η απόφαση αυτή συνδέθηκε με τα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε εδώ και χρόνια, αλλά η παραμονή της εκεί δεν σήμανε σε καμία περίπτωση ότι εγκατέλειψε την τέχνη της.
Αντίθετα, η Κουσάμα συνέχισε να δημιουργεί καθημερινά. Το στούντιό της βρισκόταν σε κοντινή απόσταση από την κλινική, γεγονός που της επέτρεπε να περνά μεγάλο μέρος της ημέρας δουλεύοντας. Η τέχνη αποτελούσε για εκείνη όχι μόνο επάγγελμα, αλλά και έναν τρόπο να διαχειρίζεται τις έντονες ψυχικές εμπειρίες και τις παραισθήσεις που είχε από την παιδική της ηλικία.

Για περίπου δύο δεκαετίες μετά την επιστροφή της στην Ιαπωνία, η Κουσάμα έμεινε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε ξανά στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν το έργο της άρχισε να κερδίζει εκ νέου το ενδιαφέρον του παγκόσμιου καλλιτεχνικού κόσμου.
Το 1993 εκπροσώπησε την Ιαπωνία στη Μπιενάλε της Βενετίας, σηματοδοτώντας την επιστροφή της στη διεθνή σκηνή. Στη συνέχεια, έργα της παρουσιάστηκαν σε σημαντικές εκθέσεις σε Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Λος Άντζελες, ανοίγοντας τον δρόμο για την παγκόσμια καταξίωση που θα ακολουθούσε.
Η Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 στην αγροτική Ιαπωνία, σε οικογένεια εμπόρων που δεν ενέκρινε την ενασχόλησή της με την τέχνη.
Η ίδια έχει περιγράψει πως η μητέρα της προσπαθούσε να την αποτρέψει από τη ζωγραφική, καθώς θεωρούσε ότι στο μέλλον θα έπρεπε να παντρευτεί έναν πλούσιο άνδρα και να γίνει νοικοκυρά. Μάλιστα, όταν ήταν παιδί, η μητέρα της έπαιρνε τα μελάνια και τους καμβάδες της.

Την ίδια περίπου περίοδο, σε ηλικία 10 ετών, η Κουσάμα άρχισε να βιώνει έντονες παραισθήσεις.
Έβλεπε, όπως έχει περιγράψει, λάμψεις φωτός, αύρες και πυκνά πεδία από κουκκίδες, τα οποία έμοιαζαν να ζωντανεύουν, να πολλαπλασιάζονται και τελικά να καλύπτουν τόσο την ίδια όσο και ολόκληρο το περιβάλλον γύρω της.
Η εμπειρία αυτή έγινε αργότερα βασικό στοιχείο της καλλιτεχνικής της ταυτότητας και συνδέθηκε με την έννοια της «αυτοεξάλειψης» (self-obliteration).
Το 1957, σε ηλικία 28 ετών, η Κουσάμα εγκατέλειψε την Ιαπωνία και μετακόμισε στη Νέα Υόρκη.
Ήταν μια φιλόδοξη νεαρή ζωγράφος, αποφασισμένη να ξεφύγει από το συντηρητικό καλλιτεχνικό περιβάλλον που αντιμετώπιζε στην πατρίδα της. Η ίδια είχε περιγράψει χαρακτηριστικά ότι, όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη, ανέβηκε στην κορυφή του Empire State Building και κοιτάζοντας την πόλη υποσχέθηκε στον εαυτό της ότι κάποια μέρα θα την «κατακτούσε» και θα έκανε το όνομά της γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο. Και πράγματι, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη δουλειά της.
Στη Νέα Υόρκη η Κουσάμα άρχισε γρήγορα να αποκτά σημαντική θέση στην πρωτοποριακή καλλιτεχνική σκηνή. Το 1961 μετακόμισε στο ίδιο κτίριο όπου βρίσκονταν τα στούντιο των καλλιτεχνών Ντόναλντ Τζαντ και Εύα Έσσε. Με την Έσσε μάλιστα ανέπτυξε στενή φιλία.
Η δουλειά της άρχισε να προσελκύει την προσοχή σημαντικών ανθρώπων του καλλιτεχνικού κόσμου, ενώ ο θρυλικός κριτικός τέχνης Χέρμπερτ Ριντ επαίνεσε το έργο της. Η Κουσάμα είχε πλέον αρχίσει να θεωρείται μία από τις σημαντικές μορφές της αβάν-γκαρντ σκηνής της Νέας Υόρκης.
Η επιστροφή στην Ιαπωνία και η απόφαση που άλλαξε τη ζωή της
Το 1973, έπειτα από προβλήματα υγείας, η Κουσάμα επέστρεψε στην Ιαπωνία. Εκεί άρχισε να γράφει μυθιστορήματα, διηγήματα και ποίηση, αρκετά από τα οποία είχαν έντονο και προκλητικό ερωτικό περιεχόμενο.
Για ένα σύντομο διάστημα ασχολήθηκε επίσης με την εμπορία έργων τέχνης. Όταν όμως η συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα σταμάτησε, η ίδια τότε, πήρε την απόφαση να εισαχθεί οικειοθελώς σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Πρόκειται για το Seiwa Hospital for the Mentally Ill, όπου κατοικούσε μέχρι να πεθάνει.
Από την αφάνεια στην παγκόσμια αναγνώριση
Στις αρχές του 21ου αιώνα, το ενδιαφέρον για το έργο της Κουσάμα αυξήθηκε ακόμη περισσότερο.
Η άνοδος του πλούτου στην Ασία και η αυξανόμενη παρουσία συλλεκτών που επιθυμούσαν να αποκτήσουν έργα της συνέβαλαν σημαντικά στη διεθνή εμπορική της επιτυχία. Το έργο της άρχισε να παρουσιάζεται σε μερικά από τα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου.

Μία μεγάλη αναδρομική έκθεση το 2011 και το 2012 ταξίδεψε μεταξύ άλλων στο Whitney Museum της Νέας Υόρκης, την Tate Modern του Λονδίνου και το Centre Georges Pompidou στο Παρίσι.
Σήμερα, η Γιαγόι Κουσάμα συγκαταλέγεται στις ελάχιστες γυναίκες καλλιτέχνιδες που βρίσκονταν σταθερά ανάμεσα στους εμπορικά πιο επιτυχημένους καλλιτέχνες παγκοσμίως, τόσο ως προς τον αριθμό των έργων που πωλούνται όσο και ως προς την αξία τους.
Πηγή


