Η Εργατική Πρωτομαγιά δεν είναι απλά μια «επέτειος» για καταθέσεις στεφάνων και χλιαρές τυπικές δηλώσεις των μόνιμων ηγετών της εργατικής τάξης.
Είναι μια ανοιχτή πληγή στην ιστορία της εργασίας. Μια υπενθύμιση ότι τα δικαιώματα δεν παραχωρήθηκαν χαριστικά, αλλά κατακτήθηκαν με αίμα, συγκρούσεις και εκτελέσεις. Και αν υπάρχει ένα σημείο μηδέν σε αυτή την ιστορία, αυτό βρίσκεται στο Σικάγο του 1886.
Εκεί όπου ο βιομηχανικός καπιταλισμός έδειχνε το πιο ωμό του πρόσωπο. Εκεί όπου ο εργάτης δεν ήταν παρά αναλώσιμο εξάρτημα μιας μηχανής που δούλευε ασταμάτητα. Δώδεκα, δεκατέσσερις ώρες δουλειάς. Παιδιά στα εργοστάσια. Μισθοί πείνας. Μηδενική ασφάλεια. Ένας κόσμος όπου η ζωή μετρούσε λιγότερο από την παραγωγή.
Μέσα σε αυτό το τοπίο γεννήθηκε ένα σύνθημα που έμελλε να γίνει παγκόσμιο: «Οκτώ ώρες δουλειά, οκτώ ώρες ανάπαυση, οκτώ ώρες ελεύθερος χρόνος».
Δεν ήταν απλώς ένα αίτημα. Ήταν μια αμφισβήτηση της ίδιας της τάξης πραγμάτων.
Τα γεγονότα στο Χάιμαρκετ
Την 1η Μαΐου 1886, εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες κατεβαίνουν σε απεργία σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Σικάγο, η κινητοποίηση παίρνει χαρακτηριστικά μαζικής εξέγερσης.
Το εργατικό κίνημα της πόλης είχε ήδη μία ισχυρή αναρχική παρουσία: Γερμανοί μετανάστες εργάτες, πολιτικοποιημένοι στο εργατικό κίνημα, οργανωμένοι, με σαφή αντικαπιταλιστικό λόγο.
Η αφίσα που καλούσε στη συγκέντρωση γραμμένη στα Αγγλικά και στα Γερμανικά
Η ένταση κορυφώνεται στις 4 Μαΐου, στην πλατεία Haymarket Square. Εκεί γράφεται ένα από τα πιο εμβληματικά και ταυτόχρονα σκοτεινά κεφάλαια της εργατικής ιστορίας.
Η συγκέντρωση ξεκίνησε ειρηνικά. Ομιλίες, πανό, εργάτες που διεκδικούσαν το αυτονόητο.
Η αστυνομία όμως είχε άλλη άποψη. Όταν επιχείρησε να διαλύσει τη συγκέντρωση, μια βόμβα εκτοξεύτηκε προς τις δυνάμεις καταστολής. Ακόμη και σήμερα δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως το αν τη βόμβα την πέταξε κάποιος διαδηλωτής ή ήταν προϊόν προβοκάτσιας προκειμένου να υπάρξει σκληρή καταστολή εναντίον των εργατών και συνδικαλιστών της εποχής.
Γκραβούρα της εποχής που είχε αποτυπώσει τη στιγμή της έκρηξης
Το χάος που ακολούθησε δεν άφησε πίσω του μόνο νεκρούς. Άφησε και το τέλειο πρόσχημα.
Η εξουσία δεν έψαχνε τον δράστη. Έψαχνε ενόχους και τους βρήκε στους αναρχικούς συνδικαλιστές.
Ακολούθησε ένα κύμα καταστολής που δεν στόχευε την πράξη, αλλά τον ίδιο τον εργατικό συνδικαλισμό. Οκτώ αγωνιστές του εργατικού και αναρχικού κινήματος συλλαμβάνονται και οδηγούνται σε δίκη. Μια δίκη χωρίς αποδείξεις, χωρίς ουσιαστική σύνδεση με τη βομβιστική επίθεση, αλλά με ξεκάθαρη πολιτική στόχευση: να τσακιστεί ένα κίνημα που είχε αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο.
Οι κατηγορούμενοι: August Spies, Albert Parsons, Adolph Fischer, George Engel, Louis Lingg, Samuel Fielden, Michael Schwab και Oscar Neebe, δεν ήταν «τυχαίοι». Ήταν οργανωτές, εκδότες, συνδικαλιστές. Άνθρωποι που έδιναν φωνή στην εργατική οργή.
Οι Αναρχικοί μάρτυρες του Σικάγο που εκτελέστηκαν
Η απόφαση ήταν προδιαγεγραμμένη. Τέσσερις καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν. Ο Louis Lingg αυτοκτόνησε στο κελί του, αρνούμενος να παραδοθεί. Οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές, πριν αποφυλακιστούν χρόνια αργότερα, όταν πλέον είχε καταστεί σαφές ότι η δίκη ήταν ένα πολιτικό θέατρο.
Δεν εκτελέστηκαν για αυτό που τους κατηγορούσαν. Δολοφονήθηκαν για αυτό που συμβόλιζαν.
Η εκτέλεσή τους δεν έσβησε το κίνημα, αντίθετα το ριζοσπαστικοποίησε, το διεθνοποίησε και το μετέτρεψε σε διεθνές εργατικό σύμβολο.
Το 1889, η «Δεύτερη Διεθνής» καθιερώνει την 1η Μαΐου ως ημέρα διεθνούς εργατικής δράσης. Όχι ως μνημόσυνο, αλλά ως κάλεσμα σε συνεχή ανυποχώρητο αγώνα.
Το μνημείο που ανεγέρθηκε στο Σικάγο στην μνήμη των αναρχικών μαρτύρων του Σικάγο και υπάρχει μέχρι σήμερα
Και εδώ αρχίζει το πιο άβολο ερώτημα: τι απέγιναν τα αιτήματα εκείνων των εργατών;
Από το τότε στο σήμερα
Το οκτάωρο κατοχυρώθηκε στα χαρτιά. Στην πράξη, η εργασία ξαναγίνεται ελαστική, αόρατη, απλήρωτη. Οι υπερωρίες βαφτίζονται «ευελιξία». Η επισφάλεια κανονικοποιείται. Οι εργαζόμενοι μετατρέπονται σε «freelancers», «συνεργάτες», «αυτοαπασχολούμενους» χωρίς ή με ελάχιστα δικαιώματα.
Η συλλογική οργάνωση αποδυναμώνεται συστηματικά. Τα συνδικάτα αντιμετωπίζονται ως εμπόδιο. Η εργοδοτική αυθαιρεσία επιστρέφει πιο κομψά, πιο ψηφιακά, με νέα γλώσσα αλλά παραμένει αυθαιρεσία.
Και ίσως το πιο ειρωνικό: η τεχνολογία, που υποτίθεται θα μείωνε τον χρόνο εργασίας, έχει δημιουργήσει μια νέα μορφή διαρκούς απασχόλησης. Ο εργαζόμενος είναι πάντα διαθέσιμος. Πάντα συνδεδεμένος. Πάντα υπό παρακολούθηση.
Σήμερα τα αιτήματα της Εργατικής Πρωτομαγιάς είναι ακόμη επίκαιρα
Οι αναρχικοί του Σικάγο δεν ζητούσαν κάτι ουτοπικό. Ζητούσαν χρόνο για αυτούς και τις οικογένειές τους, αξιοπρέπεια, ζωή. Και γι’ αυτό εκτελέστηκαν.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, τα αιτήματα εκείνα δεν μοιάζουν ξεπερασμένα. Μοιάζουν ημιτελή.
Η Πρωτομαγιά δεν είναι παρελθόν. Είναι μια υπενθύμιση ότι η σύγκρουση ανάμεσα στην εργασία και την εξουσία δεν έκλεισε ποτέ. Απλώς άλλαξε μορφή.
Και ίσως, αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από εκείνους που ανέβηκαν στην αγχόνη, δεν είναι μόνο η θυσία τους. Είναι η επιμονή τους ότι ένας διαφορετικός κόσμος δεν είναι απλώς επιθυμητός.
Είναι αναγκαίος.


