Χωρίς δραματικά επιδεινούμενες επιδόσεις οι εφετινές χειμερινές εκπτώσεις δεν έδωσαν την ανάσα που ανέμενε το λιανικό εμπόριο.
Αν και οι προτιμήσεις των καταναλωτών, κατά τη διάρκεια και των φετινών εκπτώσεων, παρέμειναν οι καθιερωμένες, ενώ οι αγοραστικές συνήθειες εστίασαν και πάλι σε προσωπικές και οικογενειακές αγορές, ήταν μικρότερης συχνότητας και έντασης.
Κατά την διάρκεια των χειμερινών εκπτώσεων του 2026 εκτιμάται πως τουλάχιστον 6 στους 10 καταναλωτές εκμεταλλεύτηκαν τις εκπτωτικές τιμές, με 3 στους 10 να κάνουν αγορές ένδυσης-υπόδησης, 2 στους 10 σε είδη τεχνολογίας και 1 στους 10 σε είδη σπιτιού.
Για τους υπόλοιπους 4 στους 10 καταναλωτές, η περίοδος των εκπτώσεων ήταν «αδιάφορη», λόγω της παγιωμένης ακρίβειας, που δύσκολα αντιμετωπίζεται, ακόμα και με εκπτωτικές τιμές.
Στην πιο δημοφιλή κατηγορία των εκπτωτικών περιόδων, της «Ένδυσης και Υπόδησης», σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, η ετήσια αύξηση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αυξήθηκε μεταξύ Ιανουαρίου 2026 και Ιανουαρίου 2025 κατά +8,0 %.
Η αύξηση του ΔΤΚ στην ένδυση-υπόδηση ήταν περίπου +1,8 % στο τέλος του 2025, ενώ ο τζίρος ήταν ουσιαστικά στάσιμος, φτάνοντας πέρυσι τα 3,8 δισ. ευρώ. Ειδικότερα, στα καταστήματα ενδυμάτων καταγράφηκε οριακή ετήσια αύξηση +0,6%, ενώ στα καταστήματα υποδημάτων καταγράφηκε μείωση -3,2%.
Επίσης, σε αποπληθωρισμένες τιμές που αντανακλούν στον περιορισμό του διαθέσιμου εισοδήματος των καταναλωτών, οι αγορές μειώθηκαν -1,8% στην ένδυση και -5,6% στην υπόδηση.
Άρα, το τεχνικά υψηλό ποσοστό της αύξησης 8% του Ιανουαρίου 2026, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα περυσινά επίπεδα δεν οφείλεται στην υπερθέρμανση της αγοράς, αλλά είναι κυρίως αποτέλεσμα συνδυασμού των παρακάτω επτά διαρθρωτικών και συγκυριακών παραγόντων:
1. Ισχυρό εποχικό αποτέλεσμα (seasonal effect): Οι φετινές τιμές συγκρίνονται με τον Ιανουάριο του προηγούμενου έτους, ο οποίος είχε μεγαλύτερη ένταση εκπτώσεων και απορρόφηση κόστους από τις επιχειρήσεις. Έτσι η σύγκριση γίνεται σε χαμηλή βάση (base effect) που διογκώνει το ποσοστό.
2. Αυξημένο κόστος εισαγωγών: Η ένδυση-υπόδηση στην Ελλάδα είναι κατά 80% εισαγόμενη με τους βασικούς παράγοντες κόστους των ναύλων και των logistics αυξημένους λόγω παρακάμψεων, καθώς και του κόστους πρώτων υλών και ενέργειας στην παραγωγή που πέρασαν στις τελικές τιμές.
3. Ακριβότερα λειτουργικά έξοδα: Τα ακριβότερα ενοίκια εμπορικών χώρων, οι λογαριασμοί ενέργειας και το αυξημένο μισθολογικό κόστος δεν επέτρεψαν στα εμπορικά άλλα περιθώρια απορρόφησης.
4. Μικρότερη ένταση εκπτώσεων: Πολλά καταστήματα περιόρισαν τις εκπτώσεις ή ξεκίνησαν με υψηλότερες αρχικές τιμές με στόχο τη διατήρηση των απαραίτητων περιθωρίων κέρδους. Άλλωστε ο ΔΤΚ καταγράφει τις τελικές τιμές ραφιού και όχι τις καλύτερες προσφορές.
5. Αλλαγή καταναλωτικού μείγματος: Η μετατόπιση σε λιγότερες αγορές, αλλά με ακριβότερα brand name προϊόντα οδηγούν τα στατιστικά σε υψηλότερο μέσο δείκτη τιμών.
6. Μετακύλιση κόστους και συσσωρευμένη αύξηση: Όλους τους προηγούμενους μήνες πολλές επιχειρήσεις κρατούσαν τις τιμές χαμηλά και στις αρχές του 2026 έγινε «καθυστερημένη διόρθωση».
7. Στατιστική σύγκριση: Ο ΔΤΚ του Ιανουαρίου δεν σημαίνει ότι τα ρούχα αυξήθηκαν 8%, δεν σημαίνει πληθωρισμό ζήτησης και δεν σημαίνει αύξηση κατανάλωσης, αλλά είναι αποτέλεσμα κόστους, εποχικότητας και στατιστικής σύγκρισης.


