Στις 28 Μαρτίου 1969, ο νομπελίστας ποιητής, Γιώργος Σεφέρης, αποφάσισε να «σπάσει» τη σιωπή του και να μιλήσει ανοιχτά κατά της Χούντας των Συνταγματαρχών
Παραμένει έως σήμερα ένα από τα εμβληματικότερα παραδείγματα πνευματικής αντίστασης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Την 28η Μαρτίου 1969, εν μέσω της Χούντας των Συνταγματαρχών, του πλέον σκοτεινού κεφαλαίου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ο νομπελίστας ποιητής, Γιώργος Σεφέρης, «έσπασε» τη σιωπή που είχε επιλέξει από την επιβολή της δικτατορίας, το 1967.
Με μία λιτή αλλά βαθιά φορτισμένη δήλωση στο BBC, κατήγγειλε ανοιχτά το καθεστώς της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα τόσο στο εσωτερικό, όσο και το εξωτερικό.
Ο σπουδαίος ποιητής συνεργαζόταν με το BBC από τη δεκαετία του ’50, όταν υπηρετούσε ως πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο. Το 1960, είχε ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και διατηρούσε άψογες σχέσεις με τους Βρετανούς.

Δύο χρόνια είχαν από την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Σεφέρης είχε σταματήσει να δημοσιεύει το συγγραφικό του έργο σε περιοδικά και εφημερίδες ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Όταν η Χούντα ανέλαβε την εξουσία, ο ποιητής είχε γράψει ειρωνικά στο προσωπικό του ημερολόγιο: «Προκόβουμε καταπληκτικά».
Τον Μάρτιο του 1969, αποφάσισε να μιλήσει για πρώτη φορά κατά της Χούντας. Μαγνητοφώνησε κρυφά την ομιλία του, στην οποία αναφερόταν στην καταπίεση του καθεστώτος και την απόφαση να απέχει από τις πολιτικές εξελίξεις του τόπου. Η κασέτα έφτασε λαθραία από την ελληνική υπηρεσία του BBC και την 28η του μηνός μεταδόθηκε από το BBC, αλλά και από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και τη Deutsche Welle.
Ολόκληρη η δήλωση του Γιώργου Σεφέρη:
«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.
Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:
Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.
Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».
Πηγή


