Για πρώτη φορά, επιστήμονες ανακατασκεύασαν αρχαία γονιδιώματα των ανθρώπινων ερπητοϊών HHV-6A και HHV-6B, αξιοποιώντας DNA από ανθρώπινα λείψανα ηλικίας άνω των 2.000 ετών. Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από ομάδες του University of Vienna και του University of Tartu (Estonia) και δημοσιεύθηκε στο Science Advances, προσφέρει τις πρώτες άμεσες γενετικές αποδείξεις ότι οι συγκεκριμένοι ιοί συνυπάρχουν με τον άνθρωπο τουλάχιστον από την Εποχή του Σιδήρου.
Ο HHV-6B μολύνει περίπου το 90% των παιδιών έως την ηλικία των δύο ετών και είναι η συχνότερη αιτία της ροδάνθης της βρεφικής ηλικίας -της λεγόμενης «έκτης νόσου»- που συχνά συνοδεύεται από εμπύρετους σπασμούς. Μαζί με τον HHV-6A ανήκει στους ερπητοϊούς που προκαλούν συνήθως ήπια αρχική λοίμωξη και παραμένουν λανθάνοντες στο σώμα εφ’ όρου ζωής. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι η ικανότητα να ενσωματώνουν το γενετικό τους υλικό στα ανθρώπινα χρωμοσώματα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, αυτή η ενσωμάτωση μεταβιβάζεται κληρονομικά, με αποτέλεσμα περίπου το 1% των ανθρώπων σήμερα να φέρει ιικά αντίγραφα σε όλα τα κύτταρά του.
Οι ερευνητές ανέλυσαν σχεδόν 4.000 σκελετικά δείγματα από αρχαιολογικούς χώρους σε όλη την Ευρώπη και κατάφεραν να ανακατασκευάσουν έντεκα αρχαία γονιδιώματα ερπητοϊών. Το αρχαιότερο προήλθε από ένα κορίτσι που έζησε στην Ιταλία μεταξύ 1100 και 600 π.Χ. Ιικά γονιδιώματα ανιχνεύθηκαν επίσης σε μεσαιωνικά λείψανα από την Αγγλία, το Βέλγιο και την Εσθονία, ενώ εντοπίστηκαν και οι αρχαιότερες γνωστές περιπτώσεις κληρονομούμενων, χρωμοσωμικά ενσωματωμένων ερπητοϊών στον άνθρωπο.
Η ανάλυση έδειξε ότι ορισμένες ιικές ενσωματώσεις συνέβησαν πριν από χιλιάδες χρόνια και διατηρήθηκαν επί πολλές γενιές. Παράλληλα, αποκάλυψε διαφορετικές εξελικτικές πορείες για τους δύο ιούς. Ο HHV-6A φαίνεται ότι έχασε σχετικά νωρίς την ικανότητά του να ενσωματώνεται στο ανθρώπινο DNA, γεγονός που υποδηλώνει μεταβολή στη σχέση του με τον ανθρώπινο ξενιστή.
Τα ευρήματα προσφέρουν ένα νέο παράθυρο στη μακρόχρονη συνεξέλιξη ανθρώπων και ιών, δείχνοντας πώς κοινές παιδικές λοιμώξεις μπορούν, σε βάθος χιλιετιών, να αφήσουν μόνιμο αποτύπωμα στο ανθρώπινο γονιδίωμα. «Η παρουσία ενός αντιγράφου του HHV-6B στο γονιδίωμά σας έχει συνδεθεί με στηθάγχη και καρδιαγγειακή νόσο», αναφέρει η Charlotte Houldcroft από το Department of Genetics του University of Cambridge. «Γνωρίζουμε ότι αυτές οι κληρονομούμενες μορφές των HHV-6A και HHV-6B είναι σήμερα πιο συχνές στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη, και αυτή είναι η πρώτη ένδειξη ύπαρξης αρχαίων φορέων από τη Βρετανία».


